Posts Tagged ‘Ν. Γ. Πολίτης’

h1

«Εβγήκεν ασπροπρόσωπος»

30/12/2010

 

 

ΑΝΔΡΙΤΣΑΙΝΑ 1903

ΕΡΜΗΝΕΙΑΙ ΠΑΡΟΙΜΙΩΝ

«Εβγήκεν ασπροπρόσωπος»

Ν. Γ. Πολίτης

Ασπροπρόσωπος μεταφορικώς λέγεται ο αισίως περατώσας την επιχείρησιν, ην ανέλαβεν, ιδίως ο διαχειρισθείς ξένην περιουσίαν και δους ακριβή λόγον της διαχειρίσεως· ο εχων δηλαδή λευκόν και άσπιλον το πρόσωπον, ο μη ερυθριών δια τας πράξεις του.

Όθεν και η ευχή: «Πάντα μ’ άσπρο πρόσωπο», ή απλώς: «Ασπροπρόσωπος!» ήτοι είθε πάντα τα έργα σου να στέφωνται υπό επιτυχίας.

Όθεν η φράσις «εβγήκε ασπροπρόσωπος» σημαίνει ότι επιτυχώς συνετέλεσε τις έργον τι, η δους τας ευθύνας απέδειξεν ότι εντίμως διεχειρίσθη τα χρήματα, τα οποία τω ενεπιστεύθησαν. «Μ’ έβγαλες ασπροπρόσωπο» = συνηγορήσας υπέρ εμού απέδειξες την αθωότητά μου. Λέγουσιν επίσης «έχει καθαρό το πρόσωπο» ή «το μέτωπο» επί ανδρών εντίμων μη φοβουμένων τας διαβολάς, ποραπλησίως προς το γαλλικόν «Aller le front leve».

Το αντίθετον είναι «μουντζουρωμένος», και φράσις «τα μουντζούρωσε» ο δ’ αναιδής, ο απολέσας το ερύθρημα, λέγεται και νυν χαλκοπρόσωπος· η λέξις είναι εν χρήσει από του Ε’ αιώνος μ.Χ. Ανάλογοι φράσεις των παλαιοτέρων είναι «παρατρίβεσθαι το μέτωπον», «τρίβειν το μέτωπον» κ.τ.λ.

Ειρωνικώς δε λέγεται η προκειμένη παροιμιώδης φράσις και επί πονηρών επιτηδείων, κατορθούντων ν’ αποκρύψωσι την ενοχήν των.

Φέρεται δε και ο ακόλουθος μύθος:

«Ένας που είχε χίλια πρόβατα, αποφάσισε να πάη στο χατζιλίκι, να γίνη χατζής. Εκάλεσε το λοιπόν τον τσέλιγκά του, του παρέδωκε τα πρόβατα, τον οδήγησε τι πρέπει να κάνη, ώσπου να γυρίση αυτός από το χατζιλίκι, και του έκαμε και πληρεξούσιο, αν παρουσιαστή ανάγκη, να πουλή και ν’ αγοράζη.

Άμα έφυγεν όμως αυτός στο ταξίδι, ο τσέλιγκας τα έβαλε τα πρόβατα μπροστά και σε λίγο διάστημα τα ξεπάστρεψε.

Μετά καιρό εγύρισε ο χατζής και μερικοί φίλοι του τσέλιγκα έτρεξαν και του έδωκαν είδηση, για να λάβη τα μέτρα του.

– Έννοια σας, τους λέγει εκείνος, εγώ θα παρουσιαστώ και θα δώσω σωστό λογαριασμό, και θα ιδήτε πως θα βγω ασπροπρόσωπος. Αμέσως το λοιπόν γεμίζει μια καρδάρα γιαούρτι, την παίρνει στο χέρι και πάει στο χατζή. Έβαλε την καρδάρα με το γιαούρτι μπροστά του, απάνω στο τραπέζι, τρέχει τον αγκαλιάζει, τον φιλεί και αρχίζει με ξεφωνητά και λέγει:

– Αχ, χατζή μου! αχ, χατζή μου! δεν ξέρεις, και μην τα ρωτάς τι έπαθα και τι τράβηξα! Άμα έφυγες, επέρασαν κάμποσες ημέρες και ήρθαν και μου είπαν πως επνίγης. Εγώ τότε λέγω, ο αφέντης μου επνίγηκε, το πρώτο που πρέπει να κάμω είναι να φροντίσω για την ψυχούλα του. Και εμοίρασα στους φτωχούς τα πεντακόσια πρόβατα, για να σε συχωράνε. Ύστερα όμως εμάθαμε πως εγλίτωσες, και από τη χαρά μου εμοίρασα και τα άλλα πεντακόσια εις τους φτωχούς, για να τα φάνε εις την υγείαν σου και να ευχαριστήσουν το Θεό, που σ’ έχει καλά. Και μόνον αυτή την καρδάρα εκράτησα από όλη τη στάνη, και σου την, έφερα.

Ο χατζής, ν’ ακούση αυτά, έγινε έξω φρενών, και τον ρωτά με θυμό:

– Ώστε πάνε όλα τα πρόβατα;

– Ναι, ναι, χατζή μου!

Δεν εβάστηξε εκείνος, αρπάζει την καρδάρα που ήταν μπροστά του, και τη φορεί στο κεφάλι τού τσέλιγκα· χύθηκε το γιαούρτι απάνω του, τού ‘καμε τα μούτρα του κάτασπρα. Εκείνος το ‘βαλε αμέσως στα πόδια. Οι φίλοι του, από περιέργεια να μάθουν το αποτέλεσμα, τον περίμεναν απόξω από το σπίτι, και σαν τον είδαν:

-Ε, τσέλιγκα, τού λένε, πως τα κατάφερες;

– Δε σάς είπα, τους λέει, πως θα βγω ασπροπρόσωπος; Να με ασπροπρόσωπος!

«Παροιμίαι» Τομ. Β’, 1899-1904

Advertisements