Archive for the ‘ΣΚΩΠΤΙΚΑ’ Category

h1

ΜΕΤΑΞΥ ΣΟΒΑΡΟΥ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΟΥ – ΑΠΟΚΡΥΦΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

04/04/2013

.

Καχηναίοι πολίτες

Αρχαίοι νεαροί Κεχηναίοι

.

Οι Κεχηναίοι

 

Πρόσωπα και Χαρακτήρες τής Κεχήνης

Η Κεχήνη είναι μία χώρα πολύ μακρινή. Βρίσκεται κυριολεκτικά σε άλλον πλανήτη. Εκεί κατοικεί το περήφανο κεχηναϊκό έθνος, οι Κεχηναίοι, και στα κείμενα που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε να τους γνωρίσουμε. Κάποτε διάβασα σε ένα λεξικό ότι «κεχηναίος», στην αρχαία ελληνική, σημαίνει «χαχόλος», «χάνος», «αποβλακωμένος», αλλά νομίζω ότι πρόκειται γιά απλή σύμπτωση, αφού οι αρχαίοι Έλληνες δεν ταξίδεψαν ποτέ σε άλλους πλανήτες…

.

.

Απόκρυφη Ιστορία

 

 

Διερευνώντας, υπό το φως τής Σελήνης, τον μαύρο φάκελο που μου παρέδωσε πριν από δεκαεφτάμιση εβδομάδες ένας άγνωστος μασκοφόρος άνδρας (μα, πού τα βρίσκω και τα γράφω ο επιστήμονας!), έκπληκτος ανακάλυψα ότι περιείχε πολύτιμα και πανάρχαια κεχηναϊκά χειρόγραφα, συνταγμένα στην αρχαία κεχηναϊκή, μία θεσπέσια γλώσσα που σχεδόν κανείς δεν διδάσκεται πλέον στην Κεχήνη, επειδή έχει αποδειχθεί ότι η μελέτη της συμβάλλει στην πνευματική καλλιέργεια και την διανοητική ενδυνάμωση, ενώ αποθαρρύνει δραστικά την παρατεταμένη κατανάλωση φραπόγαλου (εθνικό ποτό των Κεχηναίων), την χρόνια (και πάντοτε άσκοπη) ενασχόληση με το τυχερό παιχνίδι «Σίχαμα» (εθνικό άθλημα των Κεχηναίων), καθώς και την μανιώδη παρακολούθηση των εκπομπών των κεχηναϊκών βοθροκάναλων (μοναδική πολιτιστική ενασχόληση των Κεχηναίων).

Εντός τού επτασφράγιστου φακέλου κρύβονταν τα δεκατρία απολεσθέντα φύλλα τού υπ’ αριθμόν 12.875 παλίμψηστου κώδικα, τα οποία διέσωζαν την ιστορία τού «Φιλίππου με την μεγάλη … σάρισα». Ξενυχτώντας επί εβδομάδες υπό το φως των κεριών (η αλήθεια είναι ότι έκανα και ένα διάλειμμα γιά να σπάσω πλάκα με τις τελευταίες δηλώσεις τού διαβόητου καραγκιόζη, Σκαρτούλη), κατόρθωσα να μεταφράσω το υπέροχο κείμενο, και τώρα, με δάκρια συγκίνησης στα μάτια, βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να σας το παρουσιάσω, βέβαιος ότι θα μοιραστείτε μαζί μου την ίδια δακρύβρεκτη συγκίνηση. Ορίστε, λοιπόν…:

Read the rest of this entry ?

h1

ΜΕΤΑΞΥ ΣΟΒΑΡΟΥ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΟΥ – Ο ΕΚΠΕΡΔΕΥΤΙΚΟΣ

16/12/2012

_apodomisi.

.

Οι Κεχηναίοι

.

Πρόσωπα και Χαρακτήρες τής Κεχήνης

 .

 .

Η Κεχήνη είναι μία χώρα πολύ μακρινή. Βρίσκεται κυριολεκτικά σε άλλον πλανήτη. Εκεί κατοικεί το περήφανο κεχηναϊκό έθνος, οι Κεχηναίοι, και στα κείμενα που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε να τους γνωρίσουμε. Κάποτε διάβασα σε ένα λεξικό ότι «κεχηναίος», στην αρχαία ελληνική, σημαίνει «χαχόλος», «χάνος», «αποβλακωμένος», αλλά νομίζω ότι πρόκειται γιά απλή σύμπτωση, αφού οι αρχαίοι Έλληνες δεν ταξίδεψαν ποτέ σε άλλους πλανήτες…

 .

Αθανάσιος Τσακνάκης

.

.

Ο Εκπερδευτικός

.

 .

Η κεχηναϊκή Ιστορία θυμάται με πικρό δάκρυ και με πολύ πόνο…: κατά την φρικτή εκείνη εποχή, όταν η αποτρόπαια σοσιαληστρική τυραννία επιβλήθηκε στην κατατρεγμένη Κεχήνη, καταστρέφοντας κάθε αξία, καταλύοντας κάθε νόμο και επιφέροντας τον όλεθρο, πολλά φθονερά είδη σιχαμερών ερπετών άρπαξαν την μαύρη ευκαιρία και άρχισαν να σέρνονται μοχθηρά έξω από τις υπόγειες βοθρότρυπές τους και να σκαρφαλώνουν ύπουλα, χαμογελώντας πονηρά, στις διαλυμένες βαθμίδες τής κεχηναϊκής κοινωνικής κλίμακας, παριστάνοντας (με αρκετή επιτυχία) τους ανθρώπους και χρησιμοποιώντας (με τεράστια επιτυχία) κάθε μορφής φθονερό τέχνασμα και όπλο (μίσος, συκοφαντία, ψεύδος, ατιμία, απάτη, δόλο, διαφθορά, κακία, προπέτεια, θράσος, εκβιασμούς και άλλα τερπνά) προκειμένου να επιτύχουν τους εθνοκτόνους σκοπούς τους, τους οποίους δεν είχαν πραγματοποιήσει πριν από τριανταπέντε περίπου χρόνια, όταν είχαν συμμαχήσει με κάθε εχθρό τού κεχηναϊκού έθνους (τότε ήταν έθνος, τώρα έγινε μπουρδέλο) και είχαν αιματοκυλίσει την χώρα.

Μεταξύ των στοιχείων αυτού τού επάρατου συρφετού των βρικολάκων συγκαταλεγόταν και ο Εκπερδευτικός (εκ τού κεχηναϊκού ρήματος perdomai, που σημαίνει «διαδίδω τον σοσιαλησμό»), ο οποίος κατόρθωσε, υβρίζοντας και κοπρίζοντας τα πάντα στο πέρασμά του, να ανέλθει (πατώντας επί πτωμάτων) σε μία αρκετά υψηλή κοινωνική βαθμίδα, να γαϊδουροδέσει στο κεχηναϊκό δημόσιο («ταΐστε με, κορόιδα, γιατί υπάρχω»), να κονομήσει από αρπαχτές και αργομισθίες («νόμος είναι το δίκιο τού τεμπέλη»), και να καθίσει φαρδύς-πλατύς επάνω στο εξαθλιωμένο σβέρκο τού υπόδουλου κεχηναϊκού λαού. Το δικτατορικό καθεστώς (των Παπατζήδων) αναγνώρισε αμέσως (ε, καλά τώρα!) τις πολύτιμες υπηρεσίες τού Εκπερδευτικού και, αφού τον εφοδίασε με πλήθος ρυπαρών και νοσηρών θεωριών, ιδεολογημάτων, συγγραμμάτων και βιβλίων (τα παλαιότερα Βιβλία τα είχαν ήδη κάψει), τού ανέθεσε (βάσει ενός πολύ καλά οργανωμένου και σατανικότατου σχεδίου) την Εκπέρδευση (δηλαδή την «διδασκαλία τού σοσιαλησμού») των νεώτερων γενεών, αρχικά μέσα στα πλαίσια τής «Αλλαής» (άγνωστος όρος) και αργότερα τού «Εξυγχρονισμού» (επίσης άγνωστος όρος) τού κεχηναϊκού εκπερδευτικού συστήματος. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η ολοκληρωτική καταστροφή τού κεχηναϊκού λαού… (Ζωή σε λόγου σας!).

Ας επανέλθουμε, τώρα, στο ρημαγμένο και τρισάθλιο παρόν… Ο Άκης (εκ τού Τενεκεδάκης) είναι ένας υπερήφανος Κεχηναίος εκπερδευτικός τρίτης γενιάς (όπως λέμε «πύραυλοι τρίτης γενιάς», «βλήματα τρίτης γενιάς» και λοιπά). Σπούδασε (τρόπος τού λέγειν) στο Ορθάνοιχτο Πανεπιστήμιο τής Κεχήνης (μεγάλη εφεύρεση, μάγκες!) και έκανε και μεταπτυχιακό με θέμα την «Ωχαδερφική προσέγγιση στην σύγχρονη Εκπέρδευση». Παραλίγο θα έκανε και διδακτορικό αλλά, ενώ παραθέριζε στην Σύκονο (κεχηναϊκό νησί, φημισμένο γιά τις συκιές του), τον κάλεσαν γιά διορισμό στο κεχηναϊκό δημόσιο (νά ’ναι καλά ο βουλευτής μας, ο κύριος Λαμόγιας), οπότε σκέφτηκε (και πολύ σωστά!) ότι πλέον δεν υπήρχε απολύτως κανένας λόγος να ξαναπιάσει βιβλίο στα χέρια του. Επειδή, τώρα, είχε παρακολουθήσει (από τα τραπέζια των κυλικείων) και πολλά επιδοτούμενα σεμινάρια και είχε συμμετάσχει (τουριστικώς και καφενειακώς) σε πολλά επιχορηγούμενα συνέδρια (ε, ήταν και λίγο γλειφτράκι, εδώ που τα λέμε), αναρριχήθηκε τάχιστα στην εκπερδευτική ιεραρχία και τώρα είναι τοποθετημένος (άκου να δεις τύχη!) σε κάποιο ταλαίπωρο σχολείο λίγο πιό κάτω από το σπίτι του. Καμαρώστε τον…

Το ξυπνητήρι ήχησε ενοχλητικά. Ο Άκης μισάνοιξε τα θολωμένα μάτια του, κοίταξε την βάρβαρη ώρα, αναστέναξε βαθειά, σχεδόν πένθιμα, και «άφησε» έναν θορυβώδη (και δύσοσμο) «στοχασμό» κάτω από την κουβέρτα (άλλοτε τους αφήνει κούφιους, πάει ανάλογα με την διάθεση). Σηκώθηκε νωχελικά, φόρεσε με ραθυμία τις παντούφλες του, κινήθηκε τεμπέλικα προς την βιβλιοθήκη του (δυόμιση βιβλία, διακόσια τσοντοπεριοδικά και εξακόσια σι-ντι με παρακμιακά καψουροτράγουδα) και αναζήτησε απεγνωσμένα την ατζέντα του. Την μελέτησε προσεχτικά, τρεις και τέσσερις φορές: «Το σαββατοκύριακο μόλις πέρασε, το καλοκαίρι δεν ήρθε ακόμη, οι γιορτές αργούν, συνέλευση δεν έχουμε, γενική συνέλευση δεν έχουμε, ειδική συνέλευση δεν έχουμε, οι εκλογές στο συνδικαλιστικό όργανο (και αυτό «όργανο» ονομάζεται) θα γίνουν την ερχόμενη εβδομάδα, αργία δεν είναι, ημιαργία δεν είναι, απεργία δεν κάνουμε, εκδρομή δεν ορίσαμε, περίπατο δεν κανονίσαμε, κατάληψη δεν θα γίνει, πορεία κάναμε την περασμένη εβδομάδα, «ακραία» καιρικά φαινόμενα (κανένα ψιλόβροχο, δηλαδή) δεν βλέπω, την εξάμηνη αναρρωτική άδεια την εξάντλησα με εκείνο το κρυολόγημα… Φτου, να πάρει ο διάολος! Φτου, να πάρει η οργή! Πρέπει να δουλέψω! Την ατυχία μου, μέσα! Ζωή είναι κι αυτή;». Πέταξε φουρκισμένος παραπέρα την ατζέντα του και σύρθηκε κατάκοπος, σωστό ερείπιο, γιά να ετοιμαστεί και να πάει στην «δουλειά» του…

Το σχολικό κουδούνι ήχησε (και πάλι ενοχλητικά). Ευτυχώς που η προσευχή και ο εθνικός ύμνος έχουν καταργηθεί (γιά τίποτε φασίστες μάς περάσατε;). Η μαθητιώσα (μην παίρνετε και όρκο) νεολαία έσβησε τους μπάφους και τα στριφτά και σύρθηκε ετοιμόρροπα στις αίθουσες. Πίσω της σύρθηκαν και οι Εκπερδευτικοί της, ανταλλάσσοντας σοφές επιστημονικές απόψεις και συζητώντας εμβριθώς ορισμένα αυστηρώς εκπερδευτικά ζητήματα: το νέο μισθολόγιο, τις έκτακτες αργίες, την επέκταση τής περιόδου των διακοπών, τις μεγαλειώδεις απεργιακές κινητοποιήσεις, τα πολυπόθητα ρουσφέτια, τις αξιοκρατικές (γιατί γελάτε;) μεταθέσεις, τα ποικίλα και σημαντικά επιδόματα (παπαρολογίας, κωλοφαρδίας, οκνηρίας, οσφυοκαμψίας, συνδικαληστρικής δράσης, κακαλοξυσίματος, κοπής νυχιών) και άλλα σημαντικά θέματα τού κλάδου (Πώς λέμε «την μπανάνα σου και στον κλάδο σου»; Κάπως έτσι). Ο λατρευτός μας Άκης έχει μάθημα την τέταρτη ώρα (και τον κουβαλούν εκεί από την πρώτη, οι παλιάνθρωποι!), επειδή προηγείται η Γυμναστική (κλωτσοπατινάδα), η Μουσική (χαβαλές) και οι Πολιτιστικές Εκδηλώσεις (επίσκεψη στο κυλικείο τού σχολείου). Από τότε που εντέχνως αλλοιώθηκε η κεχηναϊκή γλώσσα (ώστε να αυξηθούν αισθητά οι ηλίθιοι) και ευφυώς παραποιήθηκε η κεχηναϊκή ιστορία (ώστε να μειωθούν αισθητά οι μορφωμένοι), ο Άκης, όπως και κάθε Τενεκεδάκης, ανέλαβε ευχαρίστως να διδάσκει και τα δύο… (Παλιά μας τέχνη κόσκινο).

Περιμένοντας να φτάσει η καταραμένη τέταρτη ώρα, μπήκε καταπονημένος στο γραφείο των «καθηγητών» (έχασαν και οι δόλιες οι λέξεις το νόημά τους, βρε παιδί μου…). Χασμουρήθηκε. Ξαναχασμουρήθηκε. Ξαναματαχασμουρήθηκε. Έφτιαξε έναν δυνατό καφέ (τύπου «πουτσίνο» ή κάπως έτσι). Άναψε ένα τσιγάρο. Σωριάστηκε σε μία πολυθρόνα τού γραφείου. Έπιασε στα κουρασμένα (φαντάζεστε από τι) χέρια του το ημερήσιο πρόγραμμα. Τότε ταράχτηκε. Κοκκίνισε. Μετά πρασίνισε. Έπειτα κιτρίνισε. «Πεντάωρο;», αναφώνησε κατάχλομος και ημιθανής. Ένιωσε τα πόδια του να κόβονται. Άρχισε να τρέμει. «Πεντάωρο δευτεριάτικα;». Θόλωσε. Ζαλίστηκε. «Ε, όχι, ρε γαμώτο!», ψιθύρισε και λιποθύμησε.

Δυό-τρεις συνάδελφοί του τον πλησίασαν τρομαγμένοι, του έτριψαν τα χέρια, του έκαναν αέρα, του πρόσφεραν νερό, τον ρώτησαν εάν είναι καλά, εάν συνήλθε, εάν χρειάζεται γιατρό ή νοσοκομείο. Αφού βεβαιώθηκαν ότι ξεπέρασε τον μεγάλο κίνδυνο, έντρομοι αναλογίστηκαν και εκείνοι τις τραγικές συνθήκες υπό τις οποίες ασκούν το λειτούργημά (κλίνεται όπως το κακούργημα) τους, πόσο αναγκάζονται να εργάζονται, συλλογίστηκαν το βάρος τής βιοπάλης, το άγχος τού μεροκάματου, τον κόπο τον απέραντο, και επέστρεψαν σοκαρισμένοι και καταπτοημένοι και σκεφτικοί και λυπημένοι… στις πολυθρόνες τους. Βλέπετε, είχαν κι αυτοί πεντάωρο… Εσείς;

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Επειδή κατηγορήθηκα ότι δεν αναφέρω πουθενά τις πηγές τής έρευνάς μου, παραθέτω αμέσως τις δύο σημαντικότερες εξ αυτών: (1) «Ρεπούστειος Ιστορία τού Κεχηναϊκού Έθνους (και κανά δυό άλλων)», τόμοι 986, συλλογικό έργο, Εκδόσεις Μουροχαβλείου Ιδρύματος Ιστορικής Αναθεώρησης, Κεχήνη 2156, και (2) «Tsoglan hava, haivan asker», τόμοι 487, συλλογικό έργο, μετάφραση Μ. Α. Λάκκογλου, Εκδόσεις «Ξύσ’ τ’ αντίδια σ’ με κασμά», Βουρκιστάν 2155 (Ε, μην μας λένε και τίποτε τυχάρπαστους!)

 .

 .

.

h1

ΜΕΤΑΞΥ ΣΟΒΑΡΟΥ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΟΥ – ΣΟΥΛΧΑΪΒΑΝ Ο ΜΕΓΑΛΟΜΠΕΚΡΗΣ

11/12/2012

sultan suleiman..

..

Οι Κεχηναίοι

 

Πρόσωπα και Χαρακτήρες τής Κεχήνης

Η Κεχήνη είναι μία χώρα πολύ μακρινή. Βρίσκεται κυριολεκτικά σε άλλον πλανήτη. Εκεί κατοικεί το περήφανο κεχηναϊκό έθνος, οι Κεχηναίοι, και στα κείμενα που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε να τους γνωρίσουμε. Κάποτε διάβασα σε ένα λεξικό ότι «κεχηναίος», στην αρχαία ελληνική, σημαίνει «χαχόλος», «χάνος», «αποβλακωμένος», αλλά νομίζω ότι πρόκειται γιά απλή σύμπτωση, αφού οι αρχαίοι Έλληνες δεν ταξίδεψαν ποτέ σε άλλους πλανήτες…

Αθανάσιος Τσακνάκης

.

Σουλχαϊβάν ο Μεγαλομπεκρής

 

 

 

Παράκαμψη στην παράκαμψη, ερίτιμες αναγνώστριες και αξιότιμοι αναγνώστες, έφτασα να μελετώ (μιλάμε γιά κατάντημα!) το απώτατο παρελθόν των Βουρκιστάνων, των γνωστών πλέον γειτόνων των Κεχηναίων, χρησιμοποιώντας αντιασφυξιογόνο μάσκα και χειρουργικά γάντια, ώστε να αποφεύγω τις θανατηφόρες αναθυμιάσεις και τις νοσογόνους μολύνσεις που επιφέρει μία τόσο ρυπαρή και κοπρώδης ενασχόληση. Όλως τυχαίως, λοιπόν, εκεί που γύριζα μία προς μία τις αιμοσταγείς σελίδες τής βουρκιστανικής ιστορίας (περισσότερο μοιάζει με εγχειρίδιο ψυχοπαθούς δολοφόνου, παρά με ιστορικό ανάγνωσμα, αλλά τέλος πάντων), έπεσα επάνω στην βιογραφία ενός τρισένδοξου Βουρκιστάνου, τού περίφημου Σουλχαϊβάν, τού επονομαζόμενου και Μεγαλομπεκρή. Καλά, μεγάλη λέρα ο τύπος! Read the rest of this entry ?

h1

ΜΕΤΑΞΥ ΣΟΒΑΡΟΥ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΟΥ – ΠΟΥΣΤΑΦΑ ΡΕΜΑΛ

05/12/2012

mustafa_kemal_atatuerk_1689955.

.

Οι Κεχηναίοι

.

Πρόσωπα και Χαρακτήρες τής Κεχήνης

 .

 .

Η Κεχήνη είναι μία χώρα πολύ μακρινή. Βρίσκεται κυριολεκτικά σε άλλον πλανήτη. Εκεί κατοικεί το περήφανο κεχηναϊκό έθνος, οι Κεχηναίοι, και στα κείμενα που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε να τους γνωρίσουμε. Κάποτε διάβασα σε ένα λεξικό ότι «κεχηναίος», στην αρχαία ελληνική, σημαίνει «χαχόλος», «χάνος», «αποβλακωμένος», αλλά νομίζω ότι πρόκειται γιά απλή σύμπτωση, αφού οι αρχαίοι Έλληνες δεν ταξίδεψαν ποτέ σε άλλους πλανήτες…

Αθανάσιος Τσακνάκης

.
.

.

Πουσταφά Ρεμάλ,

ο επονομαζόμενος «Πατσαβούρκ»

 .

 .

Ουψ! Παράκαμψη! Σε τούτο το επιστημονικότατο (όπως πάντα, άλλωστε!) κείμενό μου, σας την έφερα κανονικά και δεν πρόκειται να ασχοληθώ με κάποια γνήσια μορφή τού ηρωικού και τρισένδοξου κεχηναϊκού έθνους (που ακόμη δεν ψόφησε), αλλά με μία μορφή μπάσταρδη (δηλαδή, προς αποφυγήν παρεξηγήσεως, εννοώ «μη γνήσια»). Και εξηγώ πάραυτα: θα μιλήσουμε γιά έναν μεγάλο ηγέτη ενός άλλου έθνους (ο Θεός να το κάνει!), γειτονικού προς το κεχηναϊκό (αυτό θα πει γκαντεμιά!), ο οποίος ισχυριζόταν (είχε κώλυμα το παλικάρι) ότι είχε γεννηθεί επί κεχηναϊκού εδάφους, προφανώς γιά να κρύψει, ο φουκαράς, το γεγονός ότι τον αμόλησαν πρόωρα, τον δόλιο, έξω από μιά σκοτεινή σπηλιά, στην μέση κάποιας σιχαμερής και αφιλόξενης στέπας. Ε, συμπλέγματα είναι αυτά (κόμπλεξ, που λένε και στα αγγλόφωνα κουτσοχώρια μας), τι να κάνουμε τώρα;

Δίπλα, λοιπόν, στην πανάρχαια Κεχήνη (που, ξαναλέω, ακόμη δεν ψόφησε) και επάνω σε εδάφη που πάντοτε ήταν κεχηναϊκά, απλώνει την βορβορώδη και ρυπογόνο παρουσία του ένα βρομερό συνονθύλευμα ανθρωπόμορφων ληστών, βιαστών, φονιάδων, σφαγέων, απατεώνων και κλεφτοκοτάδων, το οποίο ισχυρίζεται (είπαμε, βίτσια είναι αυτά!) ότι αποτελεί το μεγάλο Βουρκιστανικό Σκυλολόι (κάτι σαν έθνος, δηλαδή), που έδωσε στην καταπατημένη χώρα και το προσωρινό όνομά της: Βουρκιστάν. Μέσα σε αυτό το Σκυλολόι, λοιπόν, γεννήθηκε (καλά, μιλάμε γιά την επιτυχέστερη τερατογένεση στην ιστορία τού Βουρκιστάν) και ο μεγάλος ηγέτης, αν και οι κακές γλώσσες διαδίδουν ότι δεν ήταν ούτε Βουρκιστάνος (όνομα εθνικό), αλλά κάτι «άλλο». Τέλος πάντων…

Ο νεαρός Πουσταφά (όνομα βαφτιστικό) έμαθε από μικρός να γαυγίζει την βουρκιστανική γλώσσα και να προσεύχεται στον Αχ-Βαχ (μία ντόπια θεότητα ή κάτι τέτοιο), ανασηκώνοντας, όπως όλοι οι άλλοι πιστοί (πιστοί σαν σκυλιά, οι κερατάδες), τον κώλο του προς τον ουρανό και προσμένοντας υπομονετικά την … ευλογία. Διδάχτηκε, επίσης, και μία χρήσιμη και παραδοσιακή τέχνη, εκείνη τού σφαγέα, ώστε να μπορεί να κερδίζει τίμια το πιλάφι του, και γεγονός είναι ότι διακρίθηκε σε αυτήν και, γι’ αυτόν τον λόγο, ονομάστηκε τιμητικά Αρχισφαγέας. Οι εκλεκτές συναναστροφές του αποτελούνταν από την αφρόκρεμα του ντόπιου και διεθνούς συνδικάτου τού εγκλήματος, ενώ σχετικά νωρίς εμφάνισε και μία έντονη κλίση προς το αλκοόλ (καλά, μεγάλη μπεκροκανάτα ο τύπος!), πράγμα που τον εξωθούσε συνεχώς προς την αναζήτηση καλών μπαρ. Σε αυτή την απεγνωσμένη αναζήτηση, ακριβώς, αποδίδουν και οι ιστορικοί το αδιάψευστο γεγονός ότι συνοδευόταν συνεχώς από πολλούς «καλομπαράδες», δηλαδή ιδιοκτήτες καλών μπαρ, που του παρείχαν αφειδώς αυτό που τον ξετρέλαινε (το αλκοόλ εννοώ, και δεν θέλω πονηρές σκέψεις!).

Με τούτα και με κείνα, ο Ρεμάλ (το καλλιτεχνικό του) αναδείχτηκε σε επιφανέστατη φυσιογνωμία τού Βουρκιστάν (πράγμα αναμενόμενο, αν όχι προσχεδιασμένο), αντάξια, ως προς την ανατροφή, την καλλιέργεια και το ήθος, όλων των διάσημων μορφών εκείνης τής χώρας. Όταν, λοιπόν, με κόπ(ρ)ους και με βάσανα, κατόρθωσε να συγκεντρώσει στα μπροστινά του πόδια (αυτά που, σε άλλους λαούς, ονομάζονται χέρια) μεγάλη δύναμη και εξουσία, προσπάθησε, πάλι με κόπ(ρ)ους και με βάσανα, να περάσει μία επίστρωση (ένα βερνίκι) πολιτισμού και στον δικό του λαό, ώστε να μοιάζει, έστω εξωτερικά, έστω λίγο, με τους γειτονικούς λαούς, αλλά μάλλον δεν σημείωσε, ο κακομοίρης, και πολύ μεγάλη επιτυχία, επειδή η βαρβαρότητα και η κτηνωδία αποτελούσαν ανέκαθεν υπέρτατες αξίες τής φυλής που διοικούσε (αλλά και … τής «άλλης», από την οποία καταγόταν), και γι’ αυτό παρέμειναν ακατάλυτες στους αιώνες των αιώνων. Δεν βαριέστε, όμως, όλα γιά τους ανθρώπους (λέμε τώρα) είναι…

Η καταραμένη ώρα και η κακιά στιγμή (αλλά και η διακεκριμένη κεχηναϊκή μαλακοσύνη) συνέδεσαν, κάποτε, την περίλαμπρη πολιτική και στρατιωτική πορεία τού Πουσταφά (ξέρετε: γενοκτονίες, λεηλασίες, φονικά και άλλα τέτοια όμορφα) με τις τύχες τού κεχηναϊκού έθνους, το οποίο, σε εκείνη την τρισκατάρατη περίοδο, ενώ μόλις είχε βιώσει ένδοξες στιγμές στρατηγικού, στρατιωτικού και απελευθερωτικού μεγαλείου, επέτρεψε (παλιά του τέχνη κόσκινο) στους πολιτικούς του να επανέλθουν στην εθνική σκηνή, συγχέοντας προφανώς την σκηνή με το σκοινί, από το οποίο θα έπρεπε να τους είχε προ πολλού … αναρτήσει. Τότε, λοιπόν, υπό την εποπτεία τού πεπειραμένου (και κωλόφαρδου, πλέον) Αρχισφαγέα και των ξεφτιλισμένων ξένων συμβούλων του (που μέχρι τότε παρίσταναν, οι ρουφιάνοι, τους συμμάχους των Κεχηναίων!), συντελέστηκε εις βάρος τού κεχηναϊκού έθνους η μεγαλύτερη και φρικτότερη γενοκτονία (στην κεχηναϊκή γλώσσα λέγεται «συνωστισμός»), μαζί με μία ιδιαιτέρως εκτεταμένη απώλεια εθνικού εδάφους (το λένε «παραχώρηση»), καθώς και μία ανατριχιαστική καταστροφή πολιτισμικών αξιών και πολιτιστικών επιτευγμάτων (λέγεται «ελεύθερη έκφραση»). Ωστόσο, γιά να λέμε και τα θετικά και να μην είμαστε άδικοι, η «δημοκρατία» τότε θριάμβευσε και η «λαϊκή κυριαρχία» τότε επανήλθε τροπαιούχος (κάποιοι το γράφουν με έψιλον, αλλά δεν ξέρω γιατί) στην ηρωική Κεχήνη (που έμεινε μισή και ρημαγμένη).

Μετά την εκρίζωση του κεχηναϊκού έθνους από εκείνη την κεχηναϊκή γη, ο Πουσταφά Ρεμάλ αναγνωρίστηκε ως εξέχουσα μορφή τού λαού που διοικούσε, και του προσδόθηκε το τιμητικό προσωνύμιο Πατσαβούρκ (άγνωστης ετυμολογίας), με το οποίο παρέμεινε στην βουρκιστανική ιστορία. Επίσης, κάθε φορά που τον αντίκριζαν (μέχρι που ψοφολόγησε και ησύχασε γιά λίγο η ευρύτερη περιοχή), αναφωνούσαν ενθουσιωδώς «είσαι ο πατέρας μας, τέρας μας, τέρας μας!», υπονοώντας, μάλλον, κάτι γιά την μάνα τους. Τι; Δεν ξέρω να σας πω.

Βέβαια, ορισμένοι Κεχηναίοι (και όχι μόνον) διανοητές, συγγραφείς και ιστορικοί εξακολούθησαν να τον αποκαλούν με το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του, δηλαδή Αρχισφαγέα, αλλά πολύ γρήγορα η κεχηναϊκή δημοκρατία (γιατί γελάτε, παρακαλώ;) και διανόηση (πάλι γέλια ακούω) τους έθεσε στο περιθώριο και ακόμη προσπαθεί να τους εξοντώσει οικονομικά, κοινωνικά και ηθικά, γιατί «ποιός είσαι εσύ, ρε κύριε, που θα εκφράσεις την γνώμη σου, όταν αυτή δεν συμβαδίζει απόλυτα με το κάθε ελεγχόμενο και αδρά αμειβόμενο κοπρόσκυλο που παριστάνει τον ιστορικό αναθεωρητή;». Ε, έχουν και ένα δίκιο οι άνθρωποι, εδώ που τα λέμε. Δεν έχουν;

[Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, ζώα, πράγματα, καταστάσεις και γεγονότα είναι εντελώς συμπτωματική. Κανένα από τα ανωτέρω φανταστικά γραφόμενα δεν πρέπει να διαταράσσει τον βαθύ, σχεδόν επιθανάτιο, ύπνο μας.]

.

.

Αναδημοσίευση επιβάλλεται με την αυτονόητη αναφορά στον συγγραφέα και την πηγή.

.

.

h1

ΜΕΤΑΞΥ ΣΟΒΑΡΟΥ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΟΥ – ΣΚΟΥΛΙΚΙΑ

20/11/2012

.

.

Οι Κεχηναίοι

 .

Πρόσωπα και Χαρακτήρες τής Κεχήνης

 .

Η Κεχήνη είναι μία χώρα πολύ μακρινή. Βρίσκεται κυριολεκτικά σε άλλον πλανήτη. Εκεί κατοικεί το περήφανο κεχηναϊκό έθνος, οι Κεχηναίοι, και στα κείμενα που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε να τους γνωρίσουμε. Κάποτε διάβασα σε ένα λεξικό ότι «κεχηναίος», στην αρχαία ελληνική, σημαίνει «χαχόλος», «χάνος», «αποβλακωμένος», αλλά νομίζω ότι πρόκειται γιά απλή σύμπτωση, αφού οι αρχαίοι Έλληνες δεν ταξίδεψαν ποτέ σε άλλους πλανήτες…

 .

Αθανάσιος Τσακνάκης

.

.

Σκουλήκια

 .

 .

Ίσως είναι σκληρό και άδικο, μερικές φορές, να παρομοιάζεις τους χαρακτήρες κάποιων ανθρώπων (έστω και τετράποδων, γιατί μπορεί να υπάρχουν και τέτοιοι) με δείγματα τού ζωικού βασιλείου. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, πάντως, γιά τα καημένα τα γλοιώδη σκουληκάκια – που σέρνονται επάνω ή τρυπώνουν μέσα στην γη, τρέφονται με πτώματα και ακαθαρσίες, εμφανίζονται όπου υπάρχει σήψη και βρομιά και όλα τα σχετικά – είναι οπωσδήποτε άδικο και πολύ σκληρό να παρομοιάζονται με τούτο το υπέροχο είδος των Κεχηναίων…

Τούτο το είδος, λοιπόν, αποτελείται από δολερά υποκείμενα, που είναι πάντοτε καλοντυμένα (και ακριβοντυμένα), αν και παραμένουν εκ πεποιθήσεως άπλυτα (πλένονται ποτέ τα σκουλήκια;). Είναι εξωτερικά εμφανίσιμα (όσο γίνεται να είναι ένα σκουλήκι), αλλά εσωτερικά θυμίζουν μεσαιωνικό βόθρο σε κατάσταση «κοπρανικού αναβρασμού μετ’ αναθυμιάσεων» (ίσως επειδή γεννιούνται στην σαπίλα, ζουν σ’ αυτή και τρέφονται απ’ αυτή). Είναι γεγονός ότι εισπράττουν μπόλικο παραδάκι από χίλιες-δυό πλευρές, αλλά δεν εργάζονται ποτέ και πουθενά (εργάζονται οι σκώληκες;). Γιά να δικαιολογήσουν την παρασιτική προσκόλλησή τους στην ταλαίπωρη κοινωνία των Κεχηναίων, εμφανίζονται ως «σύμβουλοι» (μπούρδες), «παρατηρητές» (ρουφιάνοι, δηλαδή), «ειδικοί» (σε όλα, άρα σε τίποτε), «αναλυτές» (ξέρετε ποιανού τα εννιάμερα) και άλλα φαιδρά και ανόητα, από εκείνα που καταπίνει αμάσητα ο φουκαράς ο κεχηναϊκός λαουτζίκος, ενώ η θλιβερή πραγματικότητα είναι άλλη: πρόκειται απλώς γιά βορβορώδη, συμπλεγματικά και σιχαμένα ανθρωπάρια, αξιοθρήνητα και δειλά, άρρωστα στο μυαλό και στην ψυχή, (αν έχουν ψυχή, γιατί η επιστήμη ακόμη δεν μας έδωσε σαφή απάντηση γιά το αν ανήκουν στα σαπρόψυχα, στα κοπρόψυχα ή στα άψυχα όντα).

Τα σκουλήκια, λοιπόν – όχι τα συμπαθητικά άποδα, γιά τα νυν δίποδα και πρώην τετράποδα λέμε τώρα – πρακτορεύουν με ζήλο και πάθος οποιοδήποτε ιδεολόγημα είναι δυνατόν να προκαλέσει μεγάλη, μεσαία ή μικρή βλάβη, φθορά ή καταστροφή στο κεχηναϊκό έθνος. Κατάλαβαν καλά (είναι νοήμονα σκουλήκια) με τι χαϊβανολαό έχουν να κάνουν, και πληρώνονται αδρά γιά να αφανίσουν κάθε πατροπαράδοτη αξία των Κεχηναίων. Συκοφαντείται η κεχηναϊκή θρησκεία; Αυτοί βρίσκονται από πίσω. Καίγεται η κεχηναϊκή σημαία; Αυτοί δικαιολογούν και υπερασπίζονται τους πυρομανείς. Αλλοιώνεται η κεχηναϊκή ιστορία; Αυτοί έχουν βάλει το μπροστινό τους πόδι. Καταστρέφεται ο θεσμός τής οικογένειας; Πάλι αυτοί χαίρονται και χοροπηδούν (όσο μπορεί να χοροπηδήσει ένα σκουλήκι). Βυθίζεται η κεχηναϊκή νεολαία στα ναρκωτικά; Πάλι αυτοί κλαίνε και οδύρονται γιά τα ανθρώπινα δικαιώματα των εμπόρων τού θανάτου (πρόκειται, βλέπετε, γιά σκουλήκια-ανθρωπιστές). Παρατηρείται πτώση στην εξάπλωση τής ομοφυλοφιλίας; Αυτοί αναζωογονούν το «κίνημα» (αυτό θα πει σκουλήκια με ανοιχτά… μυαλά). Μειώνονται τα διαζύγια; Πάλι αυτοί φροντίζουν γιά την «αποκατάσταση τής τάξης».

Γιά να επιτύχουν στο δύσκολο αλλά ακριβοπληρωμένο έργο τους, τα έμμισθα σκουλήκια εμφανίζονται παντού και διαδίδουν τις συφιλιδικές ιδέες τους με κάθε μέσο, αφού έχουν πρόσβαση σε όλα τα κέντρα εξουσίας και ελέγχου των μαζών, λόγω κοινών «ιδιαιτεροτήτων» (ξέρετε τώρα…) με τους Κεχηναίους εξουσιαστές και τα μεγαλύτερα αφεντικά τους. Πρώτες μούρες, λοιπόν, στην κεχηναϊκή τηλεόραση (σε όλα σχεδόν τα κανάλια). Πρώτες φωνές στο κεχηναϊκό ραδιόφωνο (πάλι σε όλα σχεδόν τα κανάλια). Πρώτες φάτσες στα περισσότερα περιοδικά «ποιότητας». Πρώτοι στην προβολή. Πρώτοι παντού. Και οι Κεχηναίοι; Αυτοί πληρώνουν και χαίρονται, γιατί γίνονται σοφότεροι ακούγοντας τις σκουληκοσυζητήσεις, τις σκουληκοαναλύσεις και τις σκουληκοσυμβουλές…

Τούτες οι σκουληκαντέρες, λοιπόν, γνώρισαν μία ραγδαία αύξηση (δύσκολα γεννοβολούν, αλλά εύκολα πολλαπλασιάζονται) κατά τα τελευταία τριανταπέντε χρόνια τής κεχηναϊκής ιστορίας. Περνούν «ζωή και κότα». Αρχοντοσκούληκα τα άτιμα. Πληθαίνουν συνεχώς. Μιά παλιά, όμως, πολύ παλιά, πάρα πολύ παλιά, σχεδόν ξεχασμένη κεχηναϊκή προφητεία αναφέρεται με σαφήνεια στο μέλλον αυτών των χαμερπών ονταρίων και λέει τα εξής: «πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι πολτός θα γίνουν». Λέτε να επαληθευτεί; Αλλά τι μας νοιάζει εμάς; Έτσι;

.

.

.

Αναδημοσίευση επιβάλλεται με την αυτονόητη αναφορά στον συγγραφέα και την πηγή

.

.

.

h1

ΜΕΤΑΞΥ ΣΟΒΑΡΟΥ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΟΥ – ΤΑ «ΠΡΑΣΙΝΑ ΣΚΑΤΑ»

10/11/2012

.

.

Οι Κεχηναίοι

.

Πρόσωπα και Χαρακτήρες τής Κεχήνης

.

Η Κεχήνη είναι μία χώρα πολύ μακρινή. Βρίσκεται κυριολεκτικά σε άλλον πλανήτη. Εκεί κατοικεί το περήφανο κεχηναϊκό έθνος, οι Κεχηναίοι, και στα κείμενα που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε να τους γνωρίσουμε. Κάποτε διάβασα σε ένα λεξικό ότι «κεχηναίος», στην αρχαία ελληνική, σημαίνει «χαχόλος», «χάνος», «αποβλακωμένος», αλλά νομίζω ότι πρόκειται γιά απλή σύμπτωση, αφού οι αρχαίοι Έλληνες δεν ταξίδεψαν ποτέ σε άλλους πλανήτες…

Αθανάσιος Τσακνάκης

.

Πράσινα σκατά

 .

 .

Στον δικό μας πλανήτη τα σκατά δεν είναι πράσινα. Λόγω τιμής. Ρωτήστε όποιον θέλετε. Ούτε μπορούμε να πούμε ότι κάθε πράσινο είναι σκατό. Σωστά; Έλα, όμως, που στην χώρα των Κεχηναίων – ανάμεσα σε τόσα άλλα απίθανα και θαυμαστά – συναντούμε και αυτό το παράδοξο: εκεί τα πράσινα σκατά και υπάρχουν και χαίρουν μεγάλης εκτιμήσεως. Μάλιστα. Όπως το διαβάζετε. Χαίρουν μεγάλης εκτιμήσεως…

Και να γιατί: στον πλανήτη όπου ζει το παλαβωμένο έθνος των Κεχηναίων, υπάρχουν και άλλα έθνη (λιγότερα παλαβωμένα). Ένα από αυτά κατόρθωσε κάποτε να γίνει η μεγαλύτερη δύναμη. Μπράβο του και εύγε του και μαγκιά του. Έκοψε και νόμισμα. Πράσινο-πράσινο σαν το μαρούλι.

Κάποτε, λοιπόν, η κακιά μοίρα αποφάσισε να παίξει ένα περίεργο παιχνίδι στους Κεχηναίους (και καλά τους έκανε, τέτοιοι που είναι). Ήρθε (απρόσκλητος) στην χώρα τους ένας μεγάλος και τρανός και λαμπρός σωτήρας, γιά να τους σώσει (από τι;) και να τους κυβερνήσει (να τους πιεί το αίμα, δηλαδή). Αυτός ο μάγκας, λοιπόν, είχε ανατραφεί στους κόλπους τής μεγάλης δύναμης και ήταν (καλο-) μαθημένος να τρώει πολύ χρήμα (μιλάμε γιά ποσότητες τώρα), από εκείνο το καλό, το πράσινο, που είπαμε πιό πάνω. Φάε-φάε πράσινο χρήμα, πρασίνισε ολόκληρος, μέσα κ’ έξω. Πράσινη μούρη, πράσινα χέρια, πράσινη καρδιά, πράσινα εντόσθια, πράσινα… σκατά. Λογικό, έτσι; Άρχισε να κυβερνά. Κοντά του πρασίνισαν κι άλλοι, πολλοί και διάφοροι, σκοτεινοί και βρομεροί. Ήταν και μεγάλος ηγέτης. Πώς να το κάνουμε;

Με τον καιρό, οι Κεχηναίοι αντιλήφθηκαν ότι το μόνο πράγμα που ήξερε να παράγει (και μάλιστα με ξεχωριστή ευκολία και ευ-κωλία) ο ηγέτης τους και τα απίθανα λαμόγια, που τον ακολουθούσαν, ήταν τα σκατά (τα πράσινα, να μην ξεχνιόμαστε). Οι Κεχηναίοι τα έφαγαν στην μάπα γιά πολύ καιρό, τα λούστηκαν κανονικά, τα συνήθισαν, τα ευχαριστήθηκαν, τους άρεσαν και τ’ αποζητούσαν. Έφτασαν στο σημείο να τα λατρεύουν σε τέτοιον βαθμό, που ονόμασαν «Πράσινα Σκατά» όλους τους έντιμους απατεώνες, τους ηθικούς αεριτζήδες, τους καθωσπρέπει λωποδύτες, τους ευγενικούς κομπιναδόρους και τους άλλους εκλεκτούς κυρίους που κυβερνούσαν την Κεχήνη. Όλη αυτή η αξιοπρεπής σκατοφάρα, λοιπόν, συμβολίστηκε με τα Πράσινα Σκατά. Τι λογικότερο, ηθικότερο και αξιοπρεπέστερο;

Σήμερα ξεχωρίζουν εύκολα μεταξύ των Κεχηναίων. Στην συντριπτική πλειοψηφία τους είναι επαγγελματίες αργόμισθοι και αρχιτεμπέληδες. Κανονικά παράσιτα. Βδέλλες τού κερατά. Μιλούν ένα συγκεκριμένο είδος κεχηναϊκής διαλέκτου: λένε πολλά λόγια, χωρίς να λένε απολύτως τίποτε. Παπαγαλάκια. Απέκτησαν ιδιόκτητο σπίτι (και εγκατέλειψαν το πατροπαράδοτο τσαντίρι τους), ιδιόκτητο εξοχικό (και άφησαν έρημο τον πουρναρότοπο όπου γεννήθηκαν), αυτοκίνητο (τέρμα τα μουλάρια) και ακριβά ρούχα (τέρμα και οι γιδόκαπες). Είναι οφθαλμοφανώς αγράμματοι και μάλλον ηλιθιοφέρνουν. Παριστάνουν τους άνετους, τα ξέρουν όλα, τα κατέχουν όλα, τρώνε πολύ, είναι χυδαίοι, είναι ασύδοτοι. Έχουν μόνον δικαιώματα. Έχουν συνέχεια απαιτήσεις. Θέλουν, ζητούν, αξιώνουν, αρπάζουν. Όλοι τους χρωστάνε, όλοι τους οφείλουν. Με λίγα λόγια: μιά χαρά παιδιά.

Το καταστροφικό έργο τους αναγνωρίστηκε επανειλημμένα από τους Κεχηναίους. Τους κάλεσαν και τους ξανακάλεσαν πολλές φορές στην εξουσία. Φρόντισαν να τους δώσουν πολλές και απανωτές ευκαιρίες, ώστε να μην μείνει τίποτε όρθιο στην τρισκατάρατη Κεχήνη. Τα Πράσινα Σκατά (σφιχτά νά ’ναι, κατά το «γερά νά ’ναι») μπορεί βέβαια να ρήμαξαν και να διέλυσαν τα πάντα, αλλά φρόντισαν (και είναι προς τιμήν τους) να κοσμήσουν την «πατρίδα» τους με μία πολύ σημαντική παγκόσμια διάκριση: ο σημερινός Κεχηναίος (αρσενικός, θηλυκός και αρσενικοθήλυκος) μπορεί και δικαιούται (και να μην ακούσω κανέναν να λέει το αντίθετο) να είναι υπερήφανος γιατί – χάρη σε τούτα τα υπέροχα Πράσινα Σκατά – κατέχει επάξια την πρώτη θέση (και με πάρα πολύ μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο) στην αυτοχειρία και στον μαζοχισμό. Και πραγματικά τού αξίζει. Ας πρόσεχε…

.

.

.

Αναδημοσίευση επιβάλλεται με την αυτονόητη πάντοτε αναφορά στον συγγραφέα και στην ηλεκτρονική πηγή.

.

.

.

h1

ΜΕΤΑΞΥ ΣΟΒΑΡΟΥ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΟΥ – ΟΙ ΠΑΤΣΑΒΟΥΡΕΣ

03/11/2012

.

.

Οι Κεχηναίοι

 .

Πρόσωπα και Χαρακτήρες τής Κεχήνης

 .

Η Κεχήνη είναι μία χώρα πολύ μακρινή. Βρίσκεται κυριολεκτικά σε άλλον πλανήτη. Εκεί κατοικεί το περήφανο κεχηναϊκό έθνος, οι Κεχηναίοι, και στα κείμενα που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε να τους γνωρίσουμε. Κάποτε διάβασα σε ένα λεξικό ότι «κεχηναίος», στην αρχαία ελληνική, σημαίνει «χαχόλος», «χάνος», «αποβλακωμένος», αλλά νομίζω ότι πρόκειται γιά απλή σύμπτωση, αφού οι αρχαίοι Έλληνες δεν ταξίδεψαν ποτέ σε άλλους πλανήτες…

 .

Αθανάσιος Τσακνάκης

 .

 .

Οι πατσαβούρες

 .

Στην μαγευτική Κεχήνη δεν υπάρχει δικαιοσύνη. Σοβαρά! Δεν υπάρχουν ούτε εισαγγελείς, ούτε ανακριτές, ούτε δικαστές, ούτε δικαστήρια. Ναι, σας λέω! Τίποτε απ’ όλ’ αυτά. Απολύτως τίποτε. Και δεν υπάρχουν, ακριβώς γιατί οι Κεχηναίοι δεν τα χρειάζονται. Όπως το διαβάσατε: δεν τα χρειάζονται. Και δεν τα χρειάζονται, γιατί η αδικία έχει εξαλειφθεί (σχεδόν) παντελώς από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό βίο τους. Αμ, τι νομίζατε; Σαν κ’ εμάς; Που κάθε τρεις και λίγο τρέχουμε στα δικαστήρια; Και ταλαιπωρούμε και τους δικηγόρους…

Δείτε, λοιπόν, πρωτοτυπία. Οι ανάξιες λόγου μικροδιαφορές, οι οποίες ακουσίως και τυχαίως εμφανίζονται μεταξύ των Κεχηναίων, επιλύονται από ένα περίλαμπρο σώμα κρατικοδίαιτων σοφών, ανδρών και γυναικών: το σώμα των «Ένορκων Εμπόρων», γνωστό και ως «Μεγάλες Τσέπες» ή «Μακροχέρηδες» ή «Αρπαχτάκηδες» ή «Βαμπιρόνια». Αυτό, λοιπόν, είναι το σώμα που μελετά επισταμένως τις ασήμαντες και τιποτένιες μικροδιαφορούλες των Κεχηναίων. Αυτό είναι το ένδοξο σώμα που «κόβει κίνηση», που «λογαριάζει», που «υπολογίζει», που «μετρά» και που προκαθορίζει την τιμή – το αντίτιμο, δηλαδή – τής κάθε έγκυρης απόφασης (όσες αποφάσεις, εκτός από έγκυρες, είναι και έγκαιρες, κοστίζουν κάτι παραπάνω). Μετά, λοιπόν, όποιος σκάει το παραδάκι, παίρνει την απόφαση που επιθυμεί. Δεν το σκάει; Παίρνει… άντε να μην πω τι παίρνει!

Υπάρχουν, βέβαια, και τα απαραίτητα «ιερά βιβλία». Οι περίφημοι «Κώδικες». Τα «ιερά βιβλία», λοιπόν, στα οποία στηρίζονται οι πάνσοφες και βαθυστόχαστες αποφάσεις των «Ένορκων Εμπόρων», είναι γεμάτα από δεκάδες χιλιάδες αμφίσημες και αμφίρροπες και αμφίβολες και αμφίκυρτες και αμφιταλαντευόμενες και αμφισβητούμενες «σοφίες», οι οποίες προσαρμόζονται τάχιστα και πανεύκολα στην κάθε διαμάχη, μπορούν να στηρίξουν οποιαδήποτε στιγμή την οποιαδήποτε απόφαση, καθώς και να εμφανίσουν «τα σκατό μας παξιμάδι, και το κάτουρό μας λάδι». Τέτοια βιβλία είναι ο «Πανικός Κώδικας», ο «Διχαστικός Κώδικας», ο «Κώδικας Ωδικής Νεκροφορίας» και άλλοι πολλοί.

Οι Κεχηναίοι, τώρα, είναι υπερήφανοι γιά τούτο το πολιτιστικό επίτευγμά τους. Και με το δίκιο τους, βέβαια. Αφού κατάφεραν και απλοποίησαν τόσο πολύ την ζωή τους! Σέβονται, λοιπόν, απεριόριστα το σώμα των «Ένορκων Εμπόρων», το τιμούν, το υπολήπτονται και το αγαπούν. Και πολύ καλά κάνουν. Μάλιστα, έχουν κάνει και ένα ίδρυμα, στόχος τού οποίου είναι η ανάπαυση και η ψυχαγωγία των συνταξιούχων «Ένορκων Εμπόρων». Το ίδρυμα ονομάζεται ΧΑΡ.Ο.Σ., δηλαδή Χαρούμενο Ορμητήριο Συνταξιούχων, και κάποια μέρα οι Κεχηναίοι ευελπιστούν να στείλουν εκεί όλους τους «Ένορκους Εμπόρους». Τι να πούμε; Μακάρι, βρε παιδιά! Μακάρι!

 .

 .

.

h1

ΜΕΤΑΞΥ ΣΟΒΑΡΟΥ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΟΥ – Ο ΦΙΦΙΚΟΣ

28/10/2012

.

.

Οι Κεχηναίοι

 .

Πρόσωπα και Χαρακτήρες τής Κεχήνης

 .

 .

Η Κεχήνη είναι μία χώρα πολύ μακρινή. Βρίσκεται κυριολεκτικά σε άλλον πλανήτη. Εκεί κατοικεί το περήφανο κεχηναϊκό έθνος, οι Κεχηναίοι, και στα κείμενα που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε να τους γνωρίσουμε. Κάποτε διάβασα σε ένα λεξικό ότι «κεχηναίος», στην αρχαία ελληνική, σημαίνει «χαχόλος», «χάνος», «αποβλακωμένος», αλλά νομίζω ότι πρόκειται γιά απλή σύμπτωση, αφού οι αρχαίοι Έλληνες δεν ταξίδεψαν ποτέ σε άλλους πλανήτες…

 .

Αθανάσιος Τσακνάκης

 .

.

Ο φιφίκος

 .

 .

Άμα έχεις χάρη… ε, έχεις χάρη. Πώς να το κάνουμε; Είσαι και χαριτόβρυτος και τρισχαριτωμένος. Είσαι και κουνιστός και λυγιστός. Είσαι, δηλαδή, ένας τέλειος, άψογος, ακαταμάχητος, ανεπανάληπτος και τρέντυ φιφίκος.

Έχεις το μαλλί σηκωμένο με ζελέ-γκλασέ (το μόνο σηκωμένο που μπορείς να έχεις), το σκουλαρικάκι το σωστό, το έθνικ (πολυπολιτισμικέ μου εσύ), φοράς το στενό σου παντελόνι (σάμπως τι να στραμπουλήξεις;), φοράς το πλουμιστό το παπουτσάκι σου (μήπως είδατε την Λεϊλά-χανούμ;), πασαλείβεσαι τις φιρμάτες τις κολόνιες σου (πρόσεξε μην στάξει παρακάτω και σε τσούξει), πουδράρεις τις αφρατιές σου (σκέτος Λουδοβίκος), βάζεις το πουκαμισάκι σου το κολλητό (αποτριχωμένος πάντοτε), παίρνεις και την μπανάνα σου (το τσαντάκι τής μέσης, εννοώ, όχι το υποκατάστατο τής καρέκλας σου), φοράς και τα βραχιολάκια, πετσάκια, λουράκια, κορδονάκια σου (σαν λατέρνα), ανάβεις το τσιγαράκι σου (ή σλιμ ή πούρο, ή τού ύψους ή τού… βάθους, δηλαδή) και είσαι κούκλος. Άρχοντας. Παίδαρος. Λεβέντης (κόψε κάτι, ρέεεεε).

Ο φιφίκος στρατιώτης; Καλέ γιατί; Το παιδί έχει ψυχολογικά προβλήματα. Να το αποτελειώσουμε, δηλαδή;

Να εργαστεί; Μα και βέβαια, αλλά όχι οπουδήποτε. Με τόσες σπουδές, ή υπουργός ή υφυπουργός ή διευθυντής τράπεζας τού αξίζει, και λίγο λέω.

Παρέες; Πολλές. Πολλές σου λέω. Ξέρεις οι φιφίκοι τι «δεμένοι» είναι μεταξύ τους; Χαίρεσαι να τους βλέπεις. Κι αυτόν και τους (πισω-) κολλητούς του. Ιδιαιτέρως επάνω σε κότερα…, ξέρετε, αυτά τα σκάφη που μαζεύουν τις… κότες, εξ ου και τ’ όνομα…

Κορίτσια; Μα βέβαια, αλλά μην σκεφτείτε τίποτε ανήθικο. Α, όλα κι όλα. Με τις φίλες του είναι «κύριος». Ε, με τους φίλους του μας βγήκε λίγο «κυρία», αλλά τι στο καλό; Ρατσιστές θα γίνουμε ή οπισθοδρομικοί;

Ενδιαφέροντα; Χόμπυ; Μα τι ρωτάτε; Τα καλύτερα: μπαλέτο, τένις, κλάμπινγκ, «τραινάκι», «φλογέρα», «πιτσικουλιές»…

Αυτοκίνητο; Δύο. Ένα σπορ και ένα γιά την πόλη. Τού μπαμπά, βέβαια, αλλά το ίδιο είναι.

Κινητό; Μα και βέβαια. Την τελευταία λέξη τής τεχνολογίας. Πώς θα κλείνει τα ραντεβού του, το χρυσό μου, με τις άλλες απελευθερωμένες υπάρξεις και αδελφές ψυχές;

Μπράβο φιφίκο. Παραδέχομαι. Εσύ μάλιστα. Το πρότυπο. Το ίνδαλμα. Το όνειρο κάθε προοδευτικού Κεχηναίου πατέρα. Η λατρεία κάθε χειραφετημένης Κεχηναίας μητέρας. Έτσι πρέπει. Έτσι σε θέλουμε. Η κεχηναϊκή κοινωνία σε στηρίζει όσο και όπως μπορεί. Γι’ αυτό και αυξάνονται «αλματωδώς» (με «άλματα», δηλαδή) οι φιφίκοι. Δεν γεννοβολάνε βέβαια, αλλά πολλαπλασιάζονται γρήγορα. Εύγε. Και είναι και πολλοί. Και είναι και παντού. Και κατέχουν και τα μεγαλύτερα πόστα. Εύγε και πάλι.

Ο παππούς δεν μιλά. Κάθεται σκεφτικός.

Η γιαγιά δεν μιλά. Πότε-πότε σιγοκλαίει.

Ο μπαμπάς απορεί: μα πώς μας βγήκε έτσι αυτό το παιδί; (Κ’ εσύ πού ήσουν και τι έκανες, μεγάλε;).

Η μαμά απορεί: μήπως είναι απλώς μία νέα μόδα; (Μήπως τον παραχάιδεψες, ανόητη χαζοβιόλα;).

Εγώ, πάλι, δεν μιλώ και απορώ: είναι δυνατόν στην εποχή μας να συγχέουμε το γεννητικό με το πεπτικό σύστημα;

Εσείς τι λέτε;

 .

 .

Αθανάσιος Τσακνάκης

.

.

.

h1

ΜΕΤΑΞΥ ΣΟΒΑΡΟΥ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΟΥ – Ο ΛΙΓΔΑΣ

20/10/2012

.

.

Οι Κεχηναίοι
 .
Πρόσωπα και Χαρακτήρες τής Κεχήνης
.

Η Κεχήνη είναι μία χώρα πολύ μακρινή. Βρίσκεται κυριολεκτικά σε άλλον πλανήτη. Εκεί κατοικεί το περήφανο κεχηναϊκό έθνος, οι Κεχηναίοι, και στα κείμενα που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε να τους γνωρίσουμε. Κάποτε διάβασα σε ένα λεξικό ότι «κεχηναίος», στην αρχαία ελληνική, σημαίνει «χαχόλος», «χάνος», «αποβλακωμένος», αλλά νομίζω ότι πρόκειται γιά απλή σύμπτωση, αφού οι αρχαίοι Έλληνες δεν ταξίδεψαν ποτέ σε άλλους πλανήτες…

.

.

Ο λίγδας

 

 .

Στην μακραίωνη ιστορία τού κακορρίζικου και τρισάθλιου κεχηναϊκού έθνους, σημαντικότατο ρόλο στον ρυπαρό δημόσιο και ιδιωτικό βίο τού αποβλακωμένου κεχηναϊκού όχλου έπαιξαν και εξακολουθούν να παίζουν οι «μάγκες», οι «αμάσητοι», οι «νταήδες», οι «νυκτόβιοι», οι «τσαμπουκάδες» και άλλα όρθια, ανεγκέφαλα τετράποδα, των οποίων οι ονομασίες επίτηδες τίθενται εντός εισαγωγικών. Αυτό συμβαίνει γιατί, κάθε φορά που κάποιος αγνός και ανιδιοτελής Κεχηναίος ιδεολόγος (σπανιότατο, αλλά αποτελεσματικότατο είδος) αναλάμβανε την εξουσία (έστω και αν δεν ρωτούσε τους συμπολίτες του, παρά μόνον τους συστρατιώτες του), όλοι αυτοί οι εντός των εισαγωγικών βρίσκονταν – ω, τού θαύματος! – και εντός των φυλακών, κλαμένοι και μυξιάρηδες, ξεχασμένοι και παρατημένοι, με κατουρημένα σώβρακα και χεσμένα παντελόνια, δαρμένοι, φοβισμένοι, τιποτένιοι και δικαίως εκμηδενισμένοι. Σωστές λίγδες, δηλαδή.

Στην σημερινή Κεχήνη, που ζει ειρηνικά, προοδευτικά και οχλοκρατικά, οι Λίγδες αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους στυλοβάτες τού κεχηναϊκού πολιτεύματος και τον σπουδαιότερο συμπαραστάτη και οικονομικό αρωγό των αξίων κυβερνητών τού ταλαίπωρου κεχηναϊκού λαού. Στα τίμια και καθαρά χέρια τους, στα ροδοδάχτυλά τους, στηρίζεται το λαθρεμπόριο όπλων (υπερβολές), η παράνομη πορνεία (συκοφαντίες), η διακίνηση ναρκωτικών (ψέματα), η προστασία κέντρων διασκέδασης (διαδώσεις), η εκτέλεση συμβολαίων θανάτου (φήμες) και δεκάδες άλλων ευγενικών και πολιτισμένων ενασχολήσεων. Ένα πράγμα είναι απολύτως βέβαιο: το κεχηναϊκό έθνος – στο κακό και μαύρο χάλι που βρίσκεται – τους χρειάζεται και τους οφείλει πολλά…

Κουστουμάκι γνωστού οίκου (όχι ανοχής), αλλά σκουρόχρωμο, γιά να μην φαίνεται και η βρομιά (σκόνες, λεκέδες και τα λοιπά). Πουκαμισάκι επίσης σκουρόχρωμο, αλλά με την λίγδα (εξ ου και η ονομασία των ευγενεστάτων αυτών υπάρξεων) δύο δάχτυλα στο μέσα μέρος τού γιακά (δεν κρύβεται η ρημάδα, τι να κάνουμε;). Παπουτσάκι σπέσιαλ, που στενεύει λίγο τ’ αρκουδοπόδαρά του (βλέπεις, έχει κατασκευαστεί γι’ ανθρώπους, όχι γιά κτήνη). Γραβάτα σε έντονο χρώμα, γιά να κάνει αντίθεση (αυτό τον μάρανε, τρομάρα του). Δαχτυλίδι με πέτρα (ποιός να το κλαίει τώρα;). Φωνή βαριά (όλως παραδόξως, στο κρατητήριο γίνεται βελούδινη). Πούρο (ένα πριν και ένα μετά την μαριχουάνα). Και ουΐσκι (σε αντικατάσταση τού ξυνόγαλου, που έπινε από το κιούπι, όταν ήταν μικρότερος, στο κουτσοχώρι του).

Στον «επαγγελματικό» χώρο του ελέγχει τους πάντες. Όχι στην φαντασία του. Στην πραγματικότητα. Δυστυχώς. Μπορεί και εξουσιάζει τον κάθε άθλιο, κακομοίρη, σιχαμένο, ξευτελισμένο Κεχηναίο, που έχει «ανάγκη» από τις υπηρεσίες τού Λίγδα ή από τα «εμπορεύματα» που πουλά. Κάνει γενικό κουμάντο. Ναι. Κάνει. Όχι μόνον στο «υπαλληλικό προσωπικό» του, αλλά και σε κάθε εξουσιαστή, σε κάθε αφέντη, σε κάθε κυβερνώντα, που έχει «βίτσια», «ιδιοτροπίες», «ιδιαιτερότητες», «ιδιορρυθμίες» και τα γνωστά παρόμοια. Ο Λίγδας, εν ολίγοις, είναι πρώτη μούρη. Και καλά κάνει…

Ο Λίγδας είναι τμήμα ενός μεγάλου φαύλου κύκλου. Βέβαια μόνον αυτός ακούγεται, μόνον αυτός φαίνεται, μόνον αυτός κατηγορείται, μόνον αυτός την πληρώνει (σπανίως, πιά). Αν, όμως, οι Κεχηναίοι αποφάσιζαν να σκεφτούν – πράγμα πάρα πολύ δύσκολο, πιά, σχεδόν ακατόρθωτο – θα κατανοούσαν ότι οι προσωπικές επιλογές τους είναι εκείνες που κάνουν τους Λίγδες απολύτως απαραίτητους σε κάθε πτυχή τής ζωής τής Κεχήνης. Θα κατανοούσαν, επίσης, την βαθύτερη έννοια των παρακάτω παροιμιών, που λέμε εδώ, στον μακρινό πλανήτη μας: «τράβα με κι ας κλαίω» και «κάθε γέρος έχει την πορδή του γιά μόσχο». Αλλά πού να μας ακούσουν… Σωστά;

 .

 .

Αθανάσιος Τσακνάκης

 .

 .

 .

h1

ΜΕΤΑΞΥ ΣΟΒΑΡΟΥ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΟΥ – Η ΓΛΑΣΤΡΑ

12/10/2012

.

.

Οι Κεχηναίοι
 .
Πρόσωπα και Χαρακτήρες τής Κεχήνης

 .

Η Κεχήνη είναι μία χώρα πολύ μακρινή. Βρίσκεται κυριολεκτικά σε άλλον πλανήτη. Εκεί κατοικεί το περήφανο κεχηναϊκό έθνος, οι Κεχηναίοι, και στα κείμενα που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε να τους γνωρίσουμε. Κάποτε διάβασα σε ένα λεξικό ότι «κεχηναίος», στην αρχαία ελληνική, σημαίνει «χαχόλος», «χάνος», «αποβλακωμένος», αλλά νομίζω ότι πρόκειται γιά απλή σύμπτωση, αφού οι αρχαίοι Έλληνες δεν ταξίδεψαν ποτέ σε άλλους πλανήτες…

.

.

Η γλάστρα

 .

.

«Ωραίο πράγμα να είσαι ωραία, αλλά άσχημο να είσαι πράγμα». Αυτή η σοφή ρήση ανήκει σ’ έναν παμπάλαιο Κεχηναίο ποιητή, που κανείς στην Κεχήνη δεν θυμάται πιά, καθώς οι Κεχηναίοι έχουν όλους τους αρχαίους προγόνους τους εντελώς χαι…ρετισμένους. Και με το δίκιο τους, δηλαδή, αφού οι αρχαίοι πρόγονοί τους καμμία σχέση δεν είχαν μ’ αυτούς, και οι σημερινοί γειτονικοί λαοί έφτασαν στο σημείο ν’ αποκαλούν τους Κεχηναίους – κοντά στα τόσα άλλα – και «μπασταρδάκια»… Δεν νομίζω, όμως… Αλλά, πάλι… Λες;

Γιορτή. Φώτα, μουσική, μπουφές και μπούφοι. Και ξαφνικά, να το όνειρο, να η οπτασία, να το θαύμα: Εικοσιπέντε με εικοσιοκτώ ετών. Πόδια ατελείωτα, ίσια, καλλίγραμμα, βελούδινα. Μέση λεπτή, λυγερή, γυμνασμένη, κομψότατη. Γλουτοί καρδιόσχημοι, τορνευτοί, λείοι, προκλητικοί. Κοιλιά σφιχτή, σανιδωτή, σχεδόν ανύπαρκτη. Στήθος στητό, πεταχτό, σουβλερό, σε τέλεια αναλογία με την μέση και τους γλουτούς. Χέρια εύκαμπτα, ανάλαφρα, αγαλμάτινα. Λαιμός ψηλός, αρυτίδωτος, νεραϊδίσιος. Φόρεμα κοντό και κολλητό, ύφασμα φίνο και ακριβό, γόβες θελκτικές, τακούνι στιλέτο, καλσόν διάφανο, δαχτυλίδια μεγάλης αξίας, σκουλαρίκια φτιαγμένα γιά μία σταρ. Πρόσωπο ερωτικό, φωτεινό, πανέμορφο, καλλιτεχνικά βαμμένο. Μάτια ολόλαμπρα, φρύδια λεπτογραμμένα, χείλη κατακόκκινα, μύτη κομψοτέχνημα, μάγουλα ροδαλά, μαλλί με πλούσιες ανταύγειες. Δεν πρόκειται γιά άνθρωπο σαν κ’ εμάς. Όχι σας λέω. Πρόκειται γιά πλάσμα παραδείσιο, μυθικό, εξωτικό, θεϊκό, απερίγραπτο…

Και μάλλον δεν είναι άνθρωπος σαν κ’ εμάς, τελικά, γιατί δεν μιλάει σχεδόν καθόλου. Προσπαθεί, βέβαια, να πει δύο-τρεις κουβέντες, αλλά η φουκαριάρα μπερδεύεται και δεν καταφέρνει να γίνει κατανοητή. Λέει ασυναρτησίες και προκαλεί πνιχτά γέλια. Γι’ αυτό προτιμά τα νεύματα. Μήπως είναι ξένη; Ίσως. Τι ίσως; Σίγουρα. Αφού δεν καταλαβαίνει τίποτε απ’ όσα συζητάμε. Από πού να είναι; Από ποιόν πλανήτη προέρχεται;

Χαμογελά, όμως, συνεχώς. Σε όλους: γνωστούς, αγνώστους, νέους, γέρους, όμορφους, άσχημους, κυρίες, παιδιά. Μόνον χαμογελά. Λέτε να έπαθε αγκύλωση; Και δεν δοκιμάζει τίποτε, δεν τρώει τίποτε, δεν πίνει τίποτε. Μασάει διακριτικά μία τσίχλα. Α, ναι: ψιλοκαπνίζει πότε-πότε. Με τσίχλες χορταίνει ή με καπνό;

 Ενίοτε ψευτοχορεύει με κάποιον υπερήλικα, γύρω στα ενενήντα, που φαίνεται πολύ πλούσιος και μάλλον είναι και πολύ γνωστός της, ίσως να είναι ο παππού της, γιατί έχουν μεγάλη οικειότητα, αγκαλιάζονται τρυφερά, και αυτή πάντοτε τον φιλά στο μάγουλο μετά από κάθε χορό. Δεν μοιάζει όμως να είναι εγγονή του. Μάλλον δισέγγονή του πρέπει να είναι. Βέβαια. Δισέγγονη.

Προσέχει πολύ το περπάτημά της. Λες και πατά σε αυγά. Πηγαίνει συχνά στην τουαλέτα. Τι στο καλό; Κόψιμο την έπιασε; Κοιτάζει γύρω της τους ανθρώπους με ενδιαφέρον. Τώρα, ενδιαφέρον ή αφηρημάδα, θα σας γελάσω. Δεν βγάζω άκρη. Σαν χαζή κοιτά η καημένη. Ε, ξένη είναι, τι να σου κάνει; Άμα δεν ξέρεις την γλώσσα… Κοίτα πώς κοιτάζει; Χάθηκε; Τι να πω; Ίσως παρατηρεί αν την παρατηρούν που τους παρατηρεί. Ίσως.

Υπερήλικας: Αγάπη μου, έφερες τα δισκία τής καρδιάς μαζί σου;

Γλάστρα: Έεε;

Υπερήλικας: Τα δισκία τής καρδιάς, τα κίτρινα τα χάπια, γιά την καρδιά μου, τα έφερες;

Γλάστρα: Άαα, ναι, μωρό μου.

Υπερήλικας: Θα μου φέρεις και λίγο νερό; Είναι υδροδιαλυτά.

Γλάστρα: Έεε;

Υπερήλικας: Είναι υδροδιαλυτά, λέω. Θέλω νερό γιά να τα πάρω. Σκέτα δεν κάνει.

Γλάστρα: Άαα, ναι, μωρό μου.

Είναι ξένη η γυναίκα. Είναι πολύ ξένη. Είναι αξιολύπητα ξένη. Είναι ανεπανόρθωτα ξένη. Είναι αθεράπευτα ξένη. Ξένη ως προς την έννοια «άνθρωπος» και γι’ αυτό ξένη ως προς την έννοια «γυναίκα». Ξένη… Πλαστικά και ψυχρά ξένη… Η κακομοίρα…

 .

Αθανάσιος Τσακνάκης

  .

 .

.