h1

Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ

06/08/2013

.

.

.

.

Τοῦ Κῶστα Παπαδημητρίου

.

.

Ἡ κατανυκτικὴ ἀγάπη τοῦ λαοῦ μας, ἰδιαίτερα πρὸς τὴν Παναγία, ἡ λατρεῖα καὶ ἡ ἀφοσίωση τοῦ Ἕλληνα πρὸς τὴν Θεοτόκο, εἶναι ἀνάλογη πρὸς τὴν ἄπειρη στοργὴ ποὺ ξεχειλίζει ἀπό τὰ μάτια Ἐκείνης πρὸς ὅλον τὸν κόσμο.

Καὶ δὲν χρειάζονται ὑψηλονόητοι καὶ βαθυστόχαστοι θρησκευτικοὶ στοχασμοὶ γιὰ νὰ νιώσῃ κάποιος τὴ θαλπωρὴ τῆς ματιᾶς Της, ὅταν σὲ κοιτάζη.

Τὸ γονάτισμα τοῦ ἀπλοϊκοῦ προσκυνητὴ μπροστὰ στὴν εἰκόνα Της, εἶναι ἡ πιὸ γνήσια μεταφυσικὴ διάσταση τῆς ψυχῆς του. Αὺτό τὸ γονάτισμα καὶ ἡ ἀφοσίωση τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, εἶναι φαινόμενο ποὺ πάει πέρα ἀπό τὴν θρησκευτικὴ πίστη, πέρα ἀπό τὸ δόγμα.

Ἡ Παναγία σκλαβώνει μὲ τὸ βλέμμα Της καὶ τοὺς ἀπίστους ἀκόμα. Μιὰ ματιὰ ρίχνει, ὑψώνει τὸ χέρι Της, σὰν γιὰ νὰ σ’ εὐλογήσῃ καὶ νιώθεις μέσα σου τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ.

Αἰσθάνεσαι ἕνα ψυχικὸ τίναγμα, μιὰ μυστικὴ συγκίνηση ποὺ σὲ πλημμυρίζει μὲ ἀνείπωτη χάρη. Σὲ κοιτάζει ἀπό τὴν εἰκόνα Της ἡ Μεγαλόχαρη καὶ ἡ ματιὰ Της σὲ γεμίζει καρτερία, ἐλπίδα καὶ στοργὴ.

Τὴν εἰκόνα καὶ τὴ ματιὰ τῆς Παναγίας ὕμνησαν οἱ λογοτέχνες. Καὶ ὄχι μόνον οἱ ἀληθινοί πιστοὶ, αὐτοί ποὺ ἔμειναν ἄγγιχτοι ἀπό τὶς ἐπιστημονικές ἀμφιβολίες τοῦ ὑλισμοῦ, μὰ καὶ ἐκεῖνοι οἱ κομματιασμένοι ἀπό ἀμφιβολίες καὶ ἀντιφάσεις.

Ἀνάμεσα στοὺς δεύτερους καὶ αὐτός ὁ μεγάλος ἑλληνολάτρης ποιητὴς Κωστῆς Παλαμᾶς, αὐτός ὁ διχασμένος, ὁ ἐγκεφαλικός, ποὺ, ὅπως τὸν κατηγόρησαν, τοῦ ἔλειπε ἡ λυρικὴ αἴσθηση τῆς μεταφυσικῆς.

Κι ὅμως ὁ Παλαμᾶς βυθιζόταν ὁλοένα καὶ πιὸ πολὺ μέσα στὰ ἄδυτα τῆς ψυχῆς του καὶ προσπαθοῦσε νὰ συλλάβῃ κάποια κρυφὰ μιλήματα ποὺ ἔβγαιναν ἀπό μέσα του.

Ὁ ἴδιος παραδέχεται τὸν δυαδισμὸ του σὲ ἑλληνολάτρη καὶ χριστιανὸ.

Ἀποκαλυπτικός εἶναι στὸ ποίημά του «Ἀπόκριση» στὴν «Ἀσάλευτη ζωὴ» (κεφ. ΣΤ` «Ἄπαντα» τομ. 10 σελ. 451).

Ἐκεῖ ἑξηγεῖ τὴν ὅλη πνευματικὴ του πορεῖα ποὺ σημαδεύτηκε ἀπό μία διαρκὴ καὶ ἐπίπονη πάλη ἀνάμεσα στὸ νοῦ καὶ στὴν καρδιὰ του.

Γράφει: «Ὁ ποιητὴς μου εἶναι, ἤ πιὸ σωστὰ φαίνεται, νὰ εἶναι Ἑλληνολάτρης, μὰ ἡ λατρεῖα του πιὸ πολὺ τοῦ νοῦ θρησκεία, ἀποτέλεσμα καὶ σημάδι μιᾶς μόρφωσης.

Ἡ καημένη του καρδιὰ τοῦ λέει κάτι ἄλλο: ….Τοῦ λέει ἡ συνείδησή του πὼς δὲν εἶναι ἄδολη ἐθνική, πὼς ἴσα μὲ τὴν εὐωδιά τοῦ ρόδου τὸν μεθᾶ καὶ τὸ λιβάνι, πὼς μαζὶ μὲ τὴν Παρθένα τὴν Ἀθηνᾶ, ποὺ συχνὰ πυκνὰ ἔρχεται στὴν ἄκρη τοῦ κοντυλιοῦ του, ἡ Παναγία ἡ Ἀθηνιώτισσα τοῦ παρουσιάζεται καὶ τὴν τραγουδᾶ πιὸ γκαρδιακὰ καὶ εἰλικρινέστερα….»

.

Τὸ ἴδιο ἐννοεῖ καὶ στὴ «Φοινικιὰ», σὲ αὐτό τὸ ἀριστουργηματικό ποίημα τῆς «Ἀσάλευτης ζωῆς»..

.

«…Ἦρθε καὶ κλείστη μέσα μου, ποιὸς νὰ τὸ πιστέψει, μιὰ κολασμένη καὶ μιὰ θεῖα, ἡ Σκέψη, ἡ Σκέψη…».

 .

 .

 .

Διαβᾶστε ὁλόκληρο τὸ ἄρθρο στὸ : www.e-istoria.com

.

 Ἀναδημοσίευσις ἐπιβάλλεται μὲ τὴν αὐτονόητον πάντοτε ἀναφορᾶ στὴν πηγῆ

.

.

 Μυστικ Παράκληση

.

Δέσποινα,

κανένα φόρεμα τὴ γύμνια μου

δὲ φτάνει νὰ σκεπάσῃ,

ἡ μοναξιά μου εἶναι σὰν τ᾿ ἄδειο, σὰν τ᾿ ἀλόγιστο

χυμένο προτοῦ νἄρθῃ ἡ πλάση,

ἡ ἀρρώστια μου βογγάει σὰν τὰ μεγάλα δάση

καθὼς τὰ δέρνει ἡ μπόρα.

 

Ἦρθεν ἡ ὥρα ἡ φοβερή, ὤχ! ἦρθε ἡ ὥρα.

 

Ἐσὺ παρθένα, ἐσὺ μητέρα,

κι ἀπὸ δροσιά, κι ἀπὸ κελάϊδισμα

στάλα τοῦ αἰθέρα,

ἦρθεν ἡ ὥρα ἡ φοβερή, ὤχ! ἦρθε ἡ ὥρα.

 

Πρόστρεξε, Μυροφόρα,

μονάχα Ἐσένα πίστεψα

καὶ λάτρεψα μονάχα Ἐσένα

ἀπὸ τὰ πρωτινὰ γλυκοχαράματα

κι ὡς τώρα μὲς στὰ αἱματοστάλαχτα

μιᾶς ὠργισμένης δύσης.

 

Δέσποινα, στήριξε μ᾿ Ἐσὺ καὶ μὴ μ᾿ ἀφήσης.

 

Δέσποινα,

βῆμα δὲν ἔχω μήτε φτέρωμα,

μὲ γονατίζει τὸ στοιχειὸ τῆς θλίψης.

Ὑψώσου ποιός μου λέει; δὲ δύναμαι,

δύνασαι κάτου Ἐσὺ ὡς ἐμὲ νὰ σκύψῃς;

 

Ῥίξε ἀπὸ πάνου σου,

στοὺς ἀθανάτους τη θεόπρεπη

παράτησε ἁλουργίδα τοῦ Ὀλύμπου,

ἔλα, κατέβα ὁλόγυμνη, βαφτίσου

στὸν Ἰορδάνη τοῦ δακρύου,

κι ὕστερα κρύψε τὸ τρανὸ κορμὶ τὸ ἡλιόχαρο

στὴ σκέπη τὴ γαλάζια της Ἀειπάρθενης,

ποὺ εἶν᾿ ἡ χαρὰ τῶν ἀσκητῶν καὶ τῶν μαρτύρων.

 

Δὲν εἶσ᾿ Ἐσὺ τῶν ἐθνικῶν ἡδονολάστρα ἡ Μοῦσα,

τῆς πλαστικῆς καὶ τῆς σκληρῆς

χαρᾶς δὲν εἶσαι ἡ Πιερίδα,

τοῦ σπλάχνους τοῦ τρανοῦ βαθιογάλανη

φορεῖς Ἐσὺ πορφύρα

κι ἀπὸ τοῦ θρήνου κατεβαίνεις τὴν πατρίδα.

 

Ἅ! δείξου στὸ μικρὸ καὶ τὸν ἀνήμπορο,

καὶ δείξου καθὼς δείχνεσαι στοὺς ταπεινούς,

καὶ φτάσε καθὼς φτάνει στοὺς ἁμαρτωλούς,

καὶ δείξου καθὼς δείχνεται στοὺς σκλάβους

ἡ Ἁγιὰ Λεοῦσα.

 

Ἄκου, ἕνα-σκούσμα τὸν ἀέρα σπάραξε·

Ποιὸς κλαίει;

Κοίτα, βροχὴ ἀπὸ λάβα βρέχει ἕνας θειφότοπος·

τί κλαίει;

Ἔλα κοντά, ἕνας ἤσκιος ἀργοσάλεψε,

καὶ λέει:

Τοῦ τραγουδιοῦ σου δὲ γυρεύω πιὰ τὸ θρίαμβο,

μηδὲ τὸν κόσμο τὸν ὁλάκριβο, τὴ Λύρα,

μηδὲ τὴ μοίρα

τοῦ δοξασμένου διαλεχτοῦ σου, Δέσποινα!

 

Λυπήσου,

καὶ πλᾶσε μου,

καὶ στεῖλε μου ἕναν ὕπνο ἥσυχο ἥσυχο,

μὲ τοῦ παιδιοῦ τὸ γλυκανάσασμα,

μαζί μου.

.

 Πηγῆ ποιήματος : http://users.uoa.gr/

 .

.

 

 πηγῆ ὀπτικοακουστικοῦ : http://www.youtube.com/user/kourostatis

 .

 .

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: