h1

ΒΙΒΛΙΟ – “ΚΑΚΙΑ – ΣΩΦΡΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΑΚΟΛΑΣΙΑ” – ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΒΑΙΟΣ

18/05/2013

.

Ματαιότητα Gustave Léonard de Jonghe

Ματαιότητα Gustave Léonard de Jonghe

.

.

ΜΕΡΟΣ Β’

..

ΙΩΑΝΝΗΣ  ΣΤΟΒΑΙΟΣ

 

 

Εκλογές, Αποφθέγματα, Υποθήκες

Βιβλίο Τρίτο

Κεφάλαια Δεύτερο έως και Έκτο

Διαβᾶστε τὸ πρῶτο μέρος 

 

 

Κακία

Φρόνηση και Αφροσύνη

Σωφροσύνη και Ακολασία

 

 

 

Εισαγωγή, μετάφραση

και παραρτήματα:

Αθανάσιος Α. Τσακνάκης

Φιλόλογος – Θεολόγος

Θεσσαλονίκη  2006

Στην Χριστίνα,

γιά την κομψή συνεργασία

και την διακριτική βοήθειά της.

 

Α.Τ.

Μέρος Δ΄

ΣΩΦΡΟΣΥΝΗ

 

Σωφροσύνη

 

Ιωάννης Στοβαίος

 

Περί Σωφροσύνης

 

 

1. Ευριπίδης – Βάκχες.

Ο Διόνυσος δεν θ’ αναγκάσει τις γυναίκες να μην είναι σώφρονες απέναντι στην Κύπριδα, αλλά στην φύση η σωφροσύνη ενυπάρχει πάντοτε σε όλα.

2. Ευριπίδης – Ιππόλυτος.

Μακάριε ήρωα Ιππόλυτε, τι είδους τιμές σού έλαχαν εξαιτίας τής σωφροσύνης σου! Ποτέ γιά τους θνητούς δεν υπάρχει άλλη δύναμη, μεγαλύτερη από την αρετή, γιατί – νωρίτερα ή αργότερα – έρχεται η αγαθή χάρη τής ευσέβειας.

3. Σοφοκλής.

Ποτέ δεν πρέπει να χαιρόμαστε γιά αισχρές ηδονές.

4. Σοφοκλής – Αίας.

Σαν την ημέρα φεύγουν και ξανάρχονται όλα τ’ ανθρώπινα, και οι Θεοί αγαπούν τους σώφρονες και μισούν τους κακούς.

5. Μένανδρος.

Η σωφροσύνη είναι ταμείο τής αρετής.

6. Ηράκλειτος.

Σε όλους τους ανθρώπους υπάρχει η δυνατότητα να γνωρίζουν τους εαυτούς τους και να είναι σώφρονες.

7. Όταν ο άνδρας μεθύσει, οδηγείται από ένα μικρό παιδί, παραπατά και δεν γνωρίζει που πηγαίνει, έχοντας υγρή ψυχή.

8. Η άνυδρη ψυχή είναι σοφότατη και άριστη.

9. Ιάμβλιχος – Περί σωφροσύνης επιστολή προς την Αρετή.

Τα ίδια, λοιπόν, ισχυρίζομαι και γιά όλες τις δυνάμεις τής ψυχής, γιά την μεταξύ τους συμμετρία και γιά την ευταξία των συναισθημάτων και των επιθυμιών και τού λογικού κατά την κόσμια τάξη που ταιριάζει στο καθένα. Τότε, η πρέπουσα κατανομή αυτών – ως προς το ποιές εξουσιάζουν και ποιές εξουσιάζονται – θα ήταν πολύμορφη σωφροσύνη.

10. Ξενοκράτης.

Όταν μεταφέρθηκαν χρήματα από τον Αλέξανδρο στον Ξενοκράτη, αυτός φιλοξένησε κατά τον δικό του τρόπο τούς απεσταλμένους και είπε: «πείτε στον Αλέξανδρο ότι – εφόσον ζω έτσι – δεν έχω ανάγκη από πενήντα τάλαντα». Τόσα, λοιπόν, ήταν τα χρήματα που του έστειλε.

11. Πλάτων – Πολιτεία, βιβλίο γ΄.

– Λοιπόν; Μήπως δεν θα χρειαστεί η σωφροσύνη σ’ εμάς τους νέους;

– Και γιατί όχι;

– Μήπως, τις περισσότερες φορές, αυτά δεν είναι τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά τής σωφροσύνης, δηλαδή να υπακούμε στους άρχοντες, και οι ίδιοι να είμαστε άρχοντες των ηδονών που σχετίζονται με τα ποτά και τις αφροδίσιες απολαύσεις και τις τροφές;

– Έτσι μου φαίνεται.

12. Πλάτων – Συμπόσιο.

Κάθε πράξη έχει ως εξής: όταν γίνεται από μόνη της, δεν είναι ούτε ωραία ούτε αισχρή, γιά παράδειγμα αυτό που τώρα εμείς κάνουμε, δηλαδή ή πίνουμε ή τραγουδούμε ή συζητούμε, απ’ τα οποία τίποτε δεν είναι ωραίο αυτό καθαυτό, αλλά κατά την πράξη, δηλαδή κατά το πώς θα γίνει, έχει ανάλογο αποτέλεσμα, και αν γίνει με ωραίο και σωστό τρόπο, αποβαίνει ωραίο, ενώ αν δεν γίνει σωστά, αισχρό. Έτσι, λοιπόν, ούτε το να ερωτεύεσαι ούτε ο Έρωτας είναι σε κάθε περίπτωση κάτι ωραίο ή άξιο εγκωμίων. Τέτοιος είναι εκείνος ο Έρωτας, που μας προτρέπει να ερωτευόμαστε με ωραίο τρόπο.

13. Πλάτων.

Εγώ, λοιπόν, αυτά έτσι τα θέτω και ισχυρίζομαι ότι αυτά είναι αληθινά. Αν, λοιπόν, είναι αληθινά, εκείνος, που επιθυμεί να είναι ευδαίμων, πρέπει – όπως φαίνεται – να επιδιώκει και ν’ ασκεί την σωφροσύνη, και καθένας μας πρέπει ν’ αποφεύγει την ακολασία όσο ταχύτερα μπορεί, και πρέπει να προπαρασκευάζει τον εαυτό του έτσι, ώστε κυρίως να μην χρειάζεται την τιμωρία, και αν ο ίδιος ή κάποιος άλλος από τους οικείους του ή ιδιώτης ή η πόλη την χρειαστεί, πρέπει να επιβάλλει την δικαιοσύνη και την τιμωρία, εάν πρόκειται να είναι ευδαίμων. Αυτός μού φαίνεται ότι είναι ο σκοπός, προς τον οποίον πρέπει ν’ αποβλέπει ενόσω ζει, κ’ έτσι πρέπει να κάνει με όλα όσα συντείνουν σ’ αυτό – είτε δικά του είτε τής πόλης – δηλαδή στο πώς θα υπάρχει δικαιοσύνη και σωφροσύνη σ’ αυτόν που πρόκειται να είναι μακάριος, χωρίς ν’ αφήνει να υπάρχουν ακόλαστες επιθυμίες και χωρίς να επιχειρεί να τις ικανοποιεί, κάτι που είναι κακό ατελείωτο, διάγοντας βίο ληστή. Γιατί ένας τέτοιος δεν θα ήταν προσφιλής ούτε σε άλλον άνθρωπο ούτε στον Θεό, αφού θ’ αδυνατούσε να επικοινωνήσει και, όποιος δεν έχει επικοινωνία, δεν έχει ούτε φιλία. Οι σοφοί, λοιπόν, Καλλικλή, λένε ότι η επικοινωνία και η φιλία και η κοσμιότητα και η σωφροσύνη και η δικαιοσύνη συνέχουν τον ουρανό και την γη και τους Θεούς και τους ανθρώπους, και αυτό το σύνολο, φίλε μου, γι’ αυτούς τους λόγους, το αποκαλούν κόσμο, και όχι ακοσμία ούτε ακολασία. Εσύ, λοιπόν, μου φαίνεται ότι δεν στρέφεις τον νου σου προς αυτά, αν και είσαι σοφός, αλλά έχεις λησμονήσει ότι η γεωμετρική ισότητα έχει μεγάλες δυνατότητες και μεταξύ των Θεών και μεταξύ των ανθρώπων, ενώ εσύ φαντάζεσαι ότι πρέπει ν’ ασκείς την πλεονεξία, διότι αμελείς την γεωμετρία.

14. Νικόλαος – Συναγωγή εθών.

Κατ’ έτος οι γυναίκες των Ιβήρων επιδεικνύουν δημοσίως ο τι έχουν υφάνει, ενώ ορισμένοι άντρες, εκλεγμένοι με ανάταση των χεριών, κρίνουν ποιά έχει εργαστεί περισσότερο και την βραβεύουν. Επίσης, έχουν κάποιο μέτρο γιά την ζώνη τους. Εάν μ’ αυτή δεν μπορέσουν να περιζώσουν την κοιλιά τους, θεωρούν ντροπιαστικό το γεγονός.

15. Νικόλαος – Συναγωγή εθών.

Οι Αρίτονοι δεν σκοτώνουν κανένα έμψυχο και φυλάσσουν τα κεραμικά των μαντείων μέσα σε χρυσά περικαλύμματα.

16. Νικόλαος – Συναγωγή εθών.

Οι Δαρδανείς, ένα ιλλυρικό έθνος, λούζονται μόνον τρεις φορές στην ζωή τους: όταν γεννιούνται, κατά τον γάμο τους, και όταν πεθαίνουν.

17. Θουκυδίδης – Δημηγορία Λακεδαιμονίων.

Είναι χαρακτηριστικό κάποιων σωφρόνων ανδρών ν’ αμφιβάλλουν γιά την σταθερή εξασφάλιση των αγαθών. Αυτοί, λοιπόν, υποφέρουν τις συμφορές με μεγαλύτερη σύνεση.

18. Μενέδημος.

Όταν κάποιος νεαρός είπε ότι «είναι μεγάλο πράγμα να σου τυχαίνουν όσα επιθυμείς», ο Μενέδημος απάντησε ότι «πολύ μεγαλύτερο πράγμα είναι να μην επιθυμείς όσα δεν πρέπει».

19. Αισχίνης – Κατά Τιμάρχου.

Τόσο καθαρός πρέπει να είναι ο βίος τού σώφρονα άνδρα, ώστε να μην ενδέχεται ούτε εικασία γιά πονηρή κατηγορία.

20. Επίκτητος – Εγχειρίδιο.

Έτσι πρέπει να συμπεριφέρεσαι στο συμπόσιο. Κάτι που περιφέρεται, έφτασε και σ’ εσένα. Άπλωσε το χέρι σου και με τρόπο άγγιξέ το. Προσπερνά. Μην το κατακρατείς. Δεν ήρθε ακόμη. Μην επιτείνεις περισσότερο την όρεξη, αλλά περίμενε μέχρι να φτάσει σ’ εσένα. Έτσι να φέρεσαι προς τον πλούτο, έτσι προς τ’ αξιώματα, έτσι προς τον γάμο, και θα γίνεις άξιος συμπότης των Θεών. Αν, όμως, δεν λάβεις, ακόμη και όταν σου παρατεθούν, αλλά τα παραβλέψεις, τότε δεν θα είσαι μόνον συμπότης των Θεών, αλλά και συνάρχοντάς τους. Έτσι κάνοντας ο Διογένης και ο Ηράκλειτος και οι όμοιοί τους, επάξια ήταν και λέγονταν θεϊκοί.

21. Μουσώνιος.

 

Εάν όσα πρέπει να μας αρέσουν χρειάζεται να κανονίζονται με βάση την ηδονή, τίποτε δεν είναι πιό ηδονικό από την σωφροσύνη, κ’ εάν όσα πρέπει ν’ αποφεύγουμε χρειάζεται να κανονίζονται με βάση την καταπόνηση, τίποτε δεν είναι πιό επίπονο από την ακράτεια.

22. Δημόκριτος.

 

Δεν πρέπει να επιλέγουμε την κάθε ηδονή, αλλά εκείνη που πηγάζει από το ωραίο.

23.

 

Δίκαιος έρωτας σημαίνει: χωρίς ύβρη να έχουμε έφεση προς τα ωραία.

24.

 

Η πατρική σωφροσύνη είναι μέγιστη προτροπή γιά τα τέκνα.

25.

 

Όταν υπάρχεια αυτάρκεια τροφής, ποτέ η νύχτα δεν γίνεται μακριά.

26.

 

Η τύχη παραθέτει πολυτελές τραπέζι, ενώ η σωφροσύνη αύταρκες.

27.

 

Η σωφροσύνη αυξάνει τα τερπνά και κάνει μεγαλύτερη την ηδονή.

28. Ξενοφών – Επιστολή προς τον Λαμπροκλή.

 

Πρώτα, λοιπόν, θα δεχόσουν το μεγαλοφυές δίδαγμα τού Σωκράτη: να μετράς τον πλούτο με την χρήση του. Ο Σωκράτης έλεγε ότι πλούτος δεν είναι η υπέρμετρη κτήση, αλλά η χρήση όσων αρμόζουν, κ’ έπειτα το να μην αστοχείς σ’ αυτά. Αυτοί, λοιπόν, πράγματι αποκαλούνται εύποροι. Τους άλλους τους αποκαλούσε φτωχούς κ’ έλεγε ότι πάσχουν από ανίατη φτώχεια, γιατί η αρρώστια είναι τής ψυχής, όχι τής κτήσης.

29. Ξενοφών – Επιστολή προς τον Λαμπροκλή.

Κανένα κακό δεν φυτρώνει μέσα στον άνδρα που θέτει την σωφροσύνη και την εγκράτεια ως θεμέλια τής σοφίας του.

30. Σωκράτης.

 

Όποιος σπεύδει να δει την αρετή σαν να είναι η πατρίδα του, πρέπει ν’ αποφεύγει τις ηδονές σαν να είναι οι Σειρήνες.

31. Σωκράτης.

 

Ο Σωκράτης, σε κάποιον που τον ρώτησε ποιός είναι ο πιό πλούσιος, είπε: «εκείνος που αρκείται στα ελάχιστα». Γιατί η αυτάρκεια είναι ο φυσικός πλούτος.

32.

 

Ο Σωκράτης, όταν ρωτήθηκε από ποιά πράγματα πρέπει ν’ απέχουμε κυρίως, είπε: «από τις αισχρές και άδικες ηδονές».

33.

 

Ο Σωκράτης έλεγε ότι ίδιον τού Θεού είναι να μην χρειάζεται τίποτε, και ίδιον τού ανθρώπου, που πλησιάζει προς τον Θεό, είναι να χρειάζεται ελάχιστα.

34.

 

Η αυτάρκεια – όντας οδός σύντομη κ’ ευχάριστη – έχει μεγάλη χάρη και μικρό πόνο.

35.

Ο Σωκράτης έλεγε ότι πρέπει να θηρεύουμε τις ηδονές από τους εαυτούς μας, και όχι από άλλους, και να προδιαθέτουμε το σώμα μας όπως πρέπει.

36. Σερήνος.

Ο Ευριπίδης ευδοκίμησε στο θέατρο λέγοντας: «τι είναι αισχρό, εάν δεν φαίνεται τέτοιο σ’ εκείνους που το χρησιμοποιούν;». Και ο Πλάτων, όταν τον συνάντησε, τού είπε: «Ευριπίδη, το αισχρό είναι αισχρό είτε φαίνεται τέτοιο είτε δεν φαίνεται».

37.

Η γυναίκα τού Φωκίωνα είπε σε μία που τής επιδείκνυε τα χρυσά και γεμάτα πολύτιμους λίθους κοσμήματά της: «γιά μένα υπέρλαμπρο κόσμημα είναι ο Φωκίων, που είναι φτωχός κ’ επί είκοσι ήδη έτη στρατηγός των Αθηναίων».

38.

Ο Διονύσιος προσπαθούσε να πείσει τον Αρίστιππο να βγάλει τον τρίβωνα και να φορέσει πορφυρό ιμάτιο. Εκείνος πείστηκε και ζητούσε από τον Πλάτωνα να κάνει το ίδιο. Αυτός τού είπε: «δεν θα μπορούσα να φορέσω γυναικεία στολή». Και ο Αρίστιππος απάντησε: «ο ίδιος ποιητής λέει ότι η σώφρων γυναίκα – ακόμη και αν βρεθεί στις βακχικές τελετές – δεν θα διαφθαρεί».

39. Διογένης.

Ο Διογένης έλεγε ότι είναι φοβερό οι αθλητές και οι κιθαρωδοί να είναι εγκρατείς στην κοιλιά και στις ηδονές – οι πρώτοι γιά χάρη τού σώματος και οι δεύτεροι γιά χάρη τής φωνής – αλλά κανείς τους να μην τα περιφρονεί γιά χάρη τής σωφροσύνης.

40. Πυθαγόρας.

Ρώμη τής ψυχής είναι η σωφροσύνη, γιατί αυτή είναι το φως μιάς ψυχής χωρίς πάθη.

41. Αλέξανδρος.

Όταν κάποιοι προέτρεπαν τον Αλέξανδρο να δει τις θυγατέρες τού Δαρείου και την γυναίκα του – που ξεχώριζε γιά το κάλλος της – αυτός είπε: «είναι αισχρό να ηττώνται από γυναίκες οι άνδρες που νίκησαν».

42. Αριστοτέλης – Χρείες.

Το στόμα τού Γέλωνα, τυράννου τής Σικελίας, μύριζε άσχημα. Όταν του το είπε κάποιος φίλος του, αυτός οργίστηκε με την γυναίκα του, επειδή δεν του το είχε πει. Εκείνη απάντησε: «φανταζόμουν ότι παρόμοια μυρίζει και το στόμα των άλλων».

43. Έρμιππος – Συναγωγή των καλώς αναφωνηθέντων εξ Ομήρου.

Γιά την σωφροσύνη, ο Δημήτριος ο Φαληρεύς έλεγε ότι έκανε αυτά: «αγαπημένοι έφτασαν στον θεσμό τής παλιάς κλίνης».

44. Ιέραξ – Περί δικαιοσύνης.

Άρα, πρέπει να τοποθετήσεις την εναπομείνασα αρετή ως φύλακα των ηδονών, ώστε να μην επιτρέπει στην φρόνηση να ξεφεύγει από το έργο της γιατί, ενόσω κάποιος έχει φρόνηση, δεν θα επιτρέψει ούτε καν να σκύψει προς τις επιθυμίες που οδηγούν σε τέτοιες καταστάσεις, ενώ όταν κοιμάται γοητευμένος, συνήθως ξεσηκώνεται η αφροσύνη, παρακαλώντας την ακολασία να χορέψει μαζί της, και γι’ αυτό οι σοφοί ονόμασαν σωφροσύνη – αφού είναι σωτηρία τής φρόνησης – την αρετή που εκδιώκει και τις δύο. Ακριβέστερα οι ποιητές την ονόμασαν «σαοφροσύνη», γιατί λένε «σαώσαι» το «σώσαι». Όταν, λοιπόν, κάποιος προσλάβει την «σαοφροσύνη» – που είναι διατήρηση και σωτηρία τής φρόνησης – έχει κοντά του την παντελή απόκτηση τής δικαιοσύνης, ειδεμή κάνει πολλά σφάλματα και ποικιλοτρόπως αδικεί, άλλοτε γιά χάρη των χρημάτων, άλλοτε γιά χάρη τής δόξας, άλλοτε γιά χάρη των ηδονών.

45. Ιάμβλιχος – Επιστολή περί σωφροσύνης.

Κάθε αρετή περιφρονεί το θνητό είδος και ασπάζεται το αθάνατο. Η σωφροσύνη σπεύδει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον προς αυτή την κατεύθυνση, αφού περιφρονεί τις ηδονές που προσηλώνουν την ψυχή στο σώμα, και πατά σε αγνά βάθρα, καθώς λέει ο Πλάτων.

46. Ιάμβλιχος – Επιστολή περί σωφροσύνης.

Πώς, λοιπόν, η σωφροσύνη δεν μας κάνει τέλειους, εξορίζοντας από εμάς όλο το ατελές και εμπαθές; Θα κατανοήσεις ότι αυτό το πράγμα έτσι συμβαίνει, εάν σκεφτείς τον Βελλεροφόντη, ο οποίος – έχοντας την κοσμιότητα ως συναγωνίστριά του – εξολόθρευσε την Χίμαιρα και κάθε θηριώδες και άγριο και ανήμερο φύλο. Συνολικά, λοιπόν, η άμετρη επικράτηση των παθών δεν αφήνει τους ανθρώπους ούτε καν να είναι άνθρωποι, και τους έλκει προς την αλόγιστη και θηριώδη και άτακτη φύση τους.

47. Ιάμβλιχος – Επιστολή περί σωφροσύνης.

Η ευταξία, όμως, που με ορισμένα μέτρα συγκρατεί τις ηδονές, σώζει οίκους, σώζει και πόλεις, κατά την γνώμη τού Κράτητα, κ’ επιπλέον πλησιάζει – με κάποιον τρόπο – προς το είδος των Θεών, οπότε ο Περσεύς, προχωρώντας πάνω σ’ αυτό το ακρότατο αγαθό τής σωφροσύνης, κάτω από την ηγεσία τής Αθηνάς, αποκεφάλισε την Γοργόνα, η οποία φαντάζομαι ότι έσερνε προς την ύλη και απολίθωνε τους ανθρώπους μέσω τού ανόητου κορεσμού των παθών τους.

48. Ιάμβλιχος – Επιστολή περί σωφροσύνης.

Θεμέλιο, λοιπόν, τής αρετής – όπως έλεγε ο Σωκράτης – είναι η εγκράτεια έναντι των γλυκών συναισθημάτων, ενώ κόσμημα όλων των αγαθών θεωρείται η σωφροσύνη, όπως ακριβώς διατύπωσε ο Πλάτων, κ’ εξασφάλιση των ωραιότερων συνηθειών είναι η ίδια η αρετή, όπως λέω εγώ.

49. Ιάμβλιχος – Επιστολή περί σωφροσύνης.

Εκείνο, που όντως είναι γενικά αποδεκτό, το διακηρύσσω θαρραλέα, δηλαδή ότι το κάλλος τής σωφροσύνης ξεχωρίζει μεταξύ όλων των αρετών και συναρμόζει όλες τις αρετές σε μία αρμονία, προσδίδοντας σ’ αυτές την συμμετρία και την μεταξύ τους ανάμειξη. Όντας, λοιπόν, τέτοια, παρέχει σε όλες την αφορμή να γεννηθούν και – αφού γεννηθούν – παρέχει σ’ αυτές την ασφαλή διατήρησή τους.

50. Ιάμβλιχος – Επιστολή περί σωφροσύνης.

Και η σύσταση των εποχών τού ενιαυτού και η ανάμειξη των στοιχείων μεταξύ τους, διατηρούν μία ωραιότατη και σώφρονα συμφωνία, και όλ’ αυτά επονομάζονται κόσμος, εξαιτίας τής κοσμιότητας των ωραιότατων αναλογιών του.

51. Επαμεινώνδας.

Ήρθανε πρέσβεις απ’ τον βασιλιά, φέρνοντας χρυσάφι και θέλοντας να δωροδοκήσουν τον Επαμεινώνδα. Αυτός τους προσκάλεσε σε γεύμα, επειδή γνώριζε γιά ποιόν λόγο είχαν καταφτάσει, και τους ζήτησε πρώτα να γευματίσουν κ’ έπειτα να μιλήσουν γιά ο τι ήθελαν. Αφού στρώθηκε το φτωχικό τραπέζι κ’ έπιναν ξινό κρασί, οι ίδιοι δεν είχαν τι να πουν γι’ αυτά, οπότε εκείνος τους είπε χαμογελώντας: «φύγετε και πείτε στον αφέντη σας με τι είδους αγαθά γευματίζω, και θα καταλάβει ότι αυτός, που αρκείται σε τούτα, δεν θα γινόταν προδότης».

52. Κράτης.

Όταν ο Κράτης εισήλθε στην αγορά και είδε άλλους να πουλούν και άλλους ν’ αγοράζουν, είπε: «αυτοί καλοτυχίζονται μεταξύ τους γι’ αντίθετα πράγματα, ενώ εγώ καλοτυχίζω τον εαυτό μου που έχει απαλλαγεί και από τα δύο, αφού ούτε αγοράζω ούτε πουλώ».

53. Πλάτων – Συμπόσιο.

Σ’ εμάς υπάρχει ένας νόμος, εκείνος ακριβώς που υπάρχει στους εραστές, όπου η οποιασδήποτε μορφής εθελοντική δουλεία έναντι τού αγαπημένου παιδιού δεν είναι ούτε κολακεία ούτε επονείδιστη πράξη. Έτσι, λοιπόν, απομένει και άλλη μία, μόνη, εκούσια, μη επονείδιστη δουλεία, και είναι εκείνη που σχετίζεται με την αρετή, πιστεύουμε, δηλαδή, ότι – εάν κάποιος θέλει να φροντίσει κάποιον άλλον, επειδή θεωρεί ότι μέσω τού άλλου θα γίνει καλύτερος είτε σε κάποιο είδος σοφίας είτε σε κάποιο άλλο, οποιοδήποτε, μέρος τής αρετής – τότε αυτή η εθελοδουλεία δεν είναι αισχρή ούτε αποτελεί κολακεία.

54. Πλάτων – Φίληβος.

– Εάν, όμως, καθώς είναι αβλαβές και ωφέλιμο να γνωρίζουμε διά βίου όλες τις τέχνες, έτσι και τώρα υποστηρίζουμε τα ίδια γιά τις ηδονές, κ’ εάν – βέβαια – είναι συμφέρον γιά εμάς και αβλαβές γιά όλους μας ν’ απολαμβάνουμε διά βίου όλες τις ηδονές, τότε πρέπει να τις αναμείξουμε.

– Πώς, λοιπόν, να μιλήσουμε γι’ αυτές και τι να κάνουμε;

– Δεν χρειάζεται ν’ αναρωτιόμαστε, Πρώταρχε, αλλά να ρωτούμε τις ίδιες τις ηδονές και τις φρονήσεις, την μία σχετικά με την άλλη, κατ’ αυτόν τον τρόπο.

– Ποιόν τρόπο;

– Αγαπητές μου, είτε πρέπει να σας ονομάζω ηδονές, είτε με κάποιο άλλο όνομα, θα δεχόσασταν να συγκατοικήσετε με ολόκληρη την φρόνηση, ή χωρίς την φρόνηση; Σ’ αυτά νομίζω ότι εκείνες κατ’ ανάγκη θ’ απαντούσαν το εξής.

– Ποιό;

– Ακριβώς αυτό που ειπώθηκε προηγουμένως. Ότι το μόνο κ’ έρημο και ανόθευτο είναι κάποιο γένος που δεν έχει καμμία δυνατότητα ούτε είναι ωφέλιμο. Θεωρούμε ότι, μεταξύ όλων των γενών, εξετάζοντάς τα ένα προς ένα, το άριστο – γιά να συνοικήσει μ’ εμάς – είναι η γνώση όλων των άλλων, καθώς και τής φρόνησής μας, τελείως και σε κάθε δυνατότητά της.

– Καλά τα έχετε πει τα τωρινά, θα πούμε.

– Σωστά. Μετά, λοιπόν, θα πρέπει να ρωτήσουμε, πάλι, την φρόνηση και τον νου. Μήπως στο κράμα σας χρειάζεστε και τις ηδονές; Έτσι θα λέγαμε, ρωτώντας τον νου και την φρόνηση. Αυτοί ίσως να ρωτούσαν: ποιές ηδονές;

– Είναι πιθανό.

– Μετά απ’ αυτό, ο λόγος μας θα ήταν ο εξής: εκτός από εκείνες τις αληθινές ηδονές – θα πούμε – μήπως επιπλέον χρειάζεστε ως συγκατοίκους και τις μεγαλύτερες και σφοδρότερες; Αυτοί ίσως να ρωτούσαν: πώς να τις χρειαζόμαστε, Σωκράτη, αφού αυτές μάς παρέχουν μύρια εμπόδια, και με μανιακές ηδονές ταράζουν τις ψυχές όπου κατοικούμε, και δεν μας αφήνουν ούτε καν να γεννηθούμε, και συνήθως διαφθείρουν παντελώς – προκαλώντας λήθη μέσω τής αμέλειας – τα τέκνα που γεννούμε; Τις άλλες ηδονές, όμως, που ονόμασες αληθινές και καθαρές, θεώρησέ τες σχεδόν οικείες προς εμάς, καθώς κ’ εκείνες – εκτός απ’ αυτές – που ακολουθούν την υγεία και την σωφροσύνη, αλλά και σύμπασα την αρετή, δηλαδή όσες γίνονται οπαδοί της, ακριβώς όπως οι οπαδοί ενός Θεού, και την ακολουθούν παντού. Η συνεχής ανάμειξη των ηδονών, όμως, με όσες ακολουθούν την αφροσύνη και την άλλη κακία, αναμειγνύει πολλή αλογία στον νου εκείνου που επιθυμεί να δει την πιό ωραία και πιό αδιατάρακτη μείξη και κράση, και μέσα σ’ αυτήν ν’ αποπειραθεί να μάθει ποιό – τελικά – είναι το εκ φύσεως αγαθό γιά τον άνθρωπο και το σύμπαν, και να μαντέψει ποιά είναι αυτή καθαυτήν η ιδέα τού αγαθού. Μήπως δεν θα πούμε ότι ο νους αποκρίθηκε με φρόνηση και προσωπική συνοχή, μιλώντας τώρα, μ’ αυτά τα λόγια, γιά τον εαυτό του και την μνήμη και την ορθή γνώμη;

– Οπωσδήποτε.

55. Πλάτων – Χαρμίδης.

Άκουσε, λοιπόν, το δικό μου όνειρο – είπα – είτε έφτασε από την πύλη των κεράτων είτε από τού ελέφαντα. Εάν σ’ εμάς επικρατούσε κυρίως η σωφροσύνη, όντας όπως τώρα την ορίσαμε, κάτι άλλο θα συνέβαινε με τις σαφείς γνώσεις, και δεν θα μας εξαπατούσε κάποιος ισχυριζόμενος ότι είναι κυβερνήτης ή ιατρός ή στρατηγός ή κάποιος άλλος, προσποιούμενος ότι γνωρίζει αυτό που δεν γνωρίζει. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τι άλλο θα μας συνέβαινε, από το να ήμασταν σωματικά πιό υγιείς απ’ όσο τώρα, και να υπήρχε η πιθανότητα να σωζόμασταν και στην θάλασσα και στον πόλεμο, και να ήταν έντεχνα κατειργασμένα όλα τα σκεύη και τ’ αμπέχονα και τα υποδήματα και τα πράγματά μας και άλλα πολλά εξαιτίας τής χρήσης αληθινών κατασκευαστών; Εάν, μάλιστα, θέλεις, θα επιτρέψουμε και στην μαντική να είναι η σαφής γνώση τού μέλλοντος, ενώ η σωφροσύνη – εάν επιβλέπει την μαντική – θ’ αποτρέπει τους αλαζόνες και θα καθιστά προφήτες των μελλοντικών τούς αληθινούς μάντεις. Έτσι προετοιμασμένο το ανθρώπινο γένος, θεωρώ ότι θα ενεργούσε και θα ζούσε με σαφή γνώση, επειδή η σωφροσύνη θα φύλαγε και δεν θ’ άφηνε την έλλειψη γνώσης να παρεμβληθεί και να γίνει συνεργός μας.

56. Πλάτων – Γοργίας.

– Όπως φαίνεται, λοιπόν, συμβαίνει αυτό που τώρα λες, δηλαδή ότι υπάρχουν κάποιες ηδονές, άλλες αγαθές, άλλες κακές. Σωστά;

– Ναι.

– Άρα, λοιπόν, αγαθές είναι οι ωφέλιμες, και κακές είναι οι βλαβερές;

– Οπωσδήποτε.

– Ωφέλιμες είναι όσες κάνουν το καλό, ενώ κακές όσες κάνουν το κακό;

– Αυτό ισχυρίζομαι.

– Μήπως, λοιπόν, μιλάς γι’ αυτές, δηλαδή γιά τις σχετικές με το σώμα, αυτές που τώρα λέγαμε ηδονές τού φαγητού και τού ποτού – εάν, βέβαια, αυτές δίνουν σωματική υγεία ή ισχύ ή κάποια άλλη σωματική αρετή – αυτές είναι οι αγαθές, ενώ οι αντίθετές τους είναι οι κακές;

– Οπωσδήποτε.

– Μήπως, όμως, υπάρχουν – κατά παρόμοιο τρόπο – λύπες χρήσιμες και λύπες πονηρές;

– Γιατί όχι;

– Μήπως δεν πρέπει να επιλέγουμε και να εφαρμόζουμε τις χρήσιμες ηδονές και λύπες;

– Οπωσδήποτε.

– Όχι τις κακές;

– Αυτό είναι φανερό.

– Γιά χάρη των αγαθών, όμως, εάν θυμάσαι, εγώ και ο Πώλος ισχυριστήκαμε ότι πρέπει να πράττουμε τα πάντα. Άραγε ισχυρίζεσαι κ’ εσύ το ίδιο, δηλαδή ότι σκοπός όλων των πράξεων είναι το αγαθό και γιά χάρη του πρέπει να πράττουμε όλα τ’ άλλα, και όχι αυτό γιά χάρη των άλλων; Να σε συμψηφίσουμε ως τρίτο μεταξύ μας;

– Εμένα ναι.

– Άρα πρέπει να πράττουμε και τ’ άλλα και τα ευχάριστα γιά χάρη των αγαθών, αλλά όχι τ’ αγαθά γιά χάρη των ευχάριστων;

– Οπωσδήποτε.

– Άρα, λοιπόν, αποτελεί δυνατότητα κάθε ανθρώπου το να εκλέγει ποιά από τα ευχάριστα είναι αγαθά και ποιά είναι κακά ή χρειάζεται ειδικός γιά το καθένα;

– Χρειάζεται ειδικός.

– Ας ξαναθυμηθούμε, λοιπόν, όσα εγώ τύχαινε να λέω στον Πώλο και στον Γοργία. Ο ίδιος έλεγα, εάν θυμάσαι, ότι υπάρχουν τέχνες, από τις οποίες άλλες φτάνουν μέχρι την ηδονή – προετοιμάζοντας ακριβώς αυτό και αγνοώντας το καλύτερο και το χειρότερο – και άλλες που γνωρίζουν τι είναι αγαθό και τι κακό. Έθετα, λοιπόν, την μαγειρική εμπειρία, που δεν είναι τέχνη, σε όσες αποβλέπουν στις ηδονές, και την ιατρική τέχνη σε όσες αποβλέπουν στο αγαθό.

57. Αντιφών.

Όποιος ούτε επιθύμησε ούτε άγγιξε τα αισχρά και τα κακά, δεν είναι σώφρων, επειδή δεν είναι δυνατόν να εμφανίσει ως κόσμιο τον εαυτό του, αν κάπου δεν είναι εγκρατής.

58. Πλάτων – Φαίδων.

Άριστο είναι να μην νικιέσαι από τις επιθυμίες και ν’ αδιαφορείς γι’ αυτές και να είσαι κόσμιος.

59. Επίκτητος – Εγχειρίδιο.

Μην γελάς πολύ, ούτε γιά πολλά πράγματα.

60.

Απόφευγε πολύ τα εξωτερικά και τα ιδιωτικά δείπνα. Αν σου δοθεί η ευκαιρία, φυλάξου. Γνώριζε ότι αν ο ένας είναι μολυσμένος, κατ’ ανάγκη θα μολυνθεί και ο άλλος, όταν συναναστρέφονται γυμνοί.

61. Ευριπίδης – Θησεύς.

Υπάρχει, όμως, κ’ ένας άλλος έρωτας στους θνητούς, γιά μιά ψυχή δίκαιη, σώφρονα και αγαθή.

* * * * *

Μέρος Ε΄

ΑΚΟΛΑΣΙΑ

Ακολασία

Ιωάννης Στοβαίος

Περί Ακολασίας

1. Ευριπίδης – Αντιόπη.

Όσοι, λοιπόν, διάγουν βίο, που σκοπεύει στην σαρκική ευεξία, εάν στερηθούν τα υλικά αγαθά, γίνονται κακοί πολίτες, επειδή ο άνδρας, που έχει εθιστεί σε ακόλαστο ήθος τής κοιλιάς, παραμένει σ’ αυτήν την συνήθεια.

2. Φιλήμων.

Πες μου, σ’ εσένα ποιά παρρησία υπάρχει; Μεταξύ των ανθρώπων εσύ μιλάς σαν άνθρωπος και – γενικά – έτσι περπατάς; Και αναπνέεις τον ίδιο αέρα με τους άλλους; Πες μου, εσύ που είσαι τέτοιου είδους άνθρωπος.

3. Κλεάνθης.

Όποιος ανέχεται να επιθυμεί αισχρό πράγμα, αυτός θα το κάνει εάν τού δοθεί η ευκαιρία.

4.

Από πού, τότε, γίνεται το γένος των μοιχών; Από τον άνδρα που τρέφεται μέσα στις αφροδίσιες απολαύσεις.

5. Εύφρων.

Δεν υπάρχει κανένα κακό μεγαλύτερο από τον μοιχό, επειδή αυτός θέλει να καλοπερνά μέσα στις ατυχίες των άλλων.

6. Αναξανδρίδης.

Ποτέ μην κάνεις δούλο τής ηδονής τον εαυτό σου. Τούτο αρμόζει σε λάγνα γυναίκα, όχι σε άνδρα.

7. Άλεξις.

Απόφευγε την ηδονή που ύστερα φέρνει βλάβη.

8. Μένανδρος – Οργή.

Δεν υπάρχει πράγμα πιό ακριβοπληρωμένο από την μοιχεία, επειδή αυτή αγοράζει τον θάνατο.

9.

Ο αισχρός βίος, όμως, είναι όνειδος, ακόμη και αν είναι ευχάριστος.

10. Αριστοφών – Ιατρός.

Οι οικίες των εταιρών είναι σταλμένες απ’ τον Δία. Άβατες γίνονται γιά όσους δεν έχουν τίποτε.

11. Απολλόδωρος – Διάβολος.

Και κλείνεται η θύρα με μοχλούς, αλλά κανένας τέκτονας δεν κατασκεύασε τόσο οχυρή θύρα, από την οποία να μην εισέρχεται η γάτα και ο μοιχός.

12. Βάθων.

Πολλά και διάφορα υπερβολικά συμβαίνουν στην ζωή, με τα οποία όλοι εύλογα αναστατωνόμαστε. Εμένα κυρίως μ’ εξοργίζουν όσοι ισχυρίζονται ότι πολύ αγαπούν τους καλούς τρόπους, και θεωρούν ότι δεν καταλαβαίνουμε ότι πλαστά και όχι αληθινά θίγουν αυτό το πράγμα. Γιατί, ποιά είναι – μα την Αθηνά – η διαφορά ανάμεσα στους τρόπους των νεώτερων και άτριχων ανθρώπων, και στους τρόπους των δασύτριχων και γερασμένων;

13. Φοινικίδης.

Μα την Αφροδίτη, δεν θ’ αντέξω άλλο, Πυθιάδα, να κάνω την εταίρα! Ας πάει στην ευχή! Μην μου λες ότι απέτυχα. Δεν μ’ ενδιαφέρει. Θέλω να ξεκουραστώ. Όταν πρωτοξεκίνησα, είχα φίλο κάποιον στρατιωτικό. Αυτός πάντοτε μιλούσε γιά μάχες και συνάμα, ενώ μιλούσε, μου έδειχνε τα τραύματά του, αλλά δεν μου έδινε τίποτε, και όλο έλεγε ότι θα πάρει κάποια δωρεά από τον βασιλιά, και πάντα τα ίδια έλεγε. Εξαιτίας αυτής τής δωρεάς, γιά την οποία μιλούσε, με είχε δωρεάν γιά έναν χρόνο ο κακοδαίμονας. Τον άφησα και πήρα κάποιον άλλον, γιατρό. Αυτός μου έφερνε πολλούς, που τους εγχείριζε και τους καυτηρίαζε. Ήταν φτωχός, τού δημοσίου. Αυτός μου φάνηκε χειρότερος από τον άλλον. Ο πρώτος μού έλεγε διηγήσεις και ο δεύτερος κατασκεύαζε νεκρούς. Η τύχη με συνέδεσε και με τρίτο, έναν φιλόσοφο, που είχε γένι και τρίβωνα και λόγο. Ήρθα, λοιπόν, κ’ έπεσα σε ολοφάνερο κακό, αφού δεν μου έδινε τίποτε και – αν του τ’ απαιτούσα – έλεγε: «το χρήμα δεν είναι κάτι αγαθό». Ας είναι κακό! Γι’ αυτό δώσ’ το μου! Ρίξ’ το! Αλλά δεν με άκουγε.

14. Σωκράτης.

Δεν είναι δυνατόν να περιστείλεις το πυρ με το ιμάτιο, ούτε το αισχρό αμάρτημα με τον χρόνο.

15.

Ο άνεμος ανάβει το πυρ και η συνήθεια τον έρωτα.

16.

Ο Σωκράτης είπε ότι οι μοιχοί κάνουν κάτι παρόμοιο μ’ εκείνους που δεν θέλουν να πιούν απ’ τα ρέοντα ύδατα, αλλ’ από τα χειρότερα ύδατα, που βρίσκονται στο βάθος.

17. Σερήνος.

Ο Διογένης περιγελούσε όσους κατασφάλιζαν τις αποθήκες με μοχλούς και κλειδιά και σήμαντρα, ενώ άνοιγαν στο σώμα τους πολλές θυρίδες και θύρες, όπως το στόμα και τα αιδοία και τ’ αυτιά και τους οφθαλμούς.

18.

Έλεγε κάποιος γιά τον Ευριπίδη ότι ήταν μισογύνης, και ο Σοφοκλής είπε: «αλλά όχι στο κρεβάτι».

19.

Ο Πλάτων έλεγε ότι είναι δύσκολο να βρεθεί αγαθή ηδονή στους ακόλαστους και υγιεινή στους αρρώστους.

20. Ζήνων.

Ο Ζήνων κατηγορούσε τους περισσότερους λέγοντας ότι, ενώ μπορούν να λάβουν ηδονές από τους κόπους τους, τις λαμβάνουν από τα μαγειρεία.

21. Μουσώνιος.

Ο Μουσώνιος έλεγε ότι είναι υπερβολική αναισχυντία το να θυμόμαστε την ασθένεια τού σώματός μας όταν πρέπει να υπομείνουμε καταπονήσεις, και να την λησμονούμε ενώπιον των ηδονών.

22. Μουσώνιος.

Αρχή τού να μην διστάζουμε να κάνουμε απρεπείς πράξεις είναι το να μην διστάζουμε να λέμε απρεπή λόγια.

23. Μουσώνιος – Περί αφροδισίων.

Μέρος, λοιπόν, τής τρυφής, όχι το μικρότερο, υπάρχει και στις αφροδίσιες απολαύσεις, διότι οι τρυφηλοί έχουν ανάγκη από σχέσεις με αγαπημένα παιδιά – όχι μόνον νόμιμες, αλλά και παράνομες, όχι μόνον με θηλυκά, αλλά και με αρσενικά – θηρεύοντας κάθε φορά και άλλους ερωμένους, χωρίς ν’ αρκούνται σε όσους έχουν έτοιμους, επιθυμώντας σπάνιες περιπτώσεις, αναζητώντας απρεπείς συνευρέσεις, πράγματα που εξολοκλήρου αποτελούν αφορμές γιά σοβαρές μομφές κατά τού ανθρώπου. Όσοι δεν είναι τρυφηλοί ή κακοί πρέπει να θεωρούν δίκαιες μόνον τις αφροδίσιες απολαύσεις εντός τού γάμου, και όσες συντελούνται γιά την γένεση παιδιών, διότι αυτές είναι και νόμιμες, ενώ όσες κυνηγούν αυτή καθαυτήν την ηδονή, είναι άδικες και παράνομες, ακόμη και αν συμβαίνουν εντός τού γάμου. Οι άλλες συνευρέσεις, που αποτελούν μοιχεία, είναι εντελώς παράνομες, ενώ δεν είναι καθόλου μετριότερες οι σχέσεις αρρένων με άρρενες, αφού το τόλμημα είναι παρά φύσιν. Όσες συνουσίες, πάλι, εκτός τής μοιχείας, γίνονται με θηλυκά και στερούνται την νομική κατοχύρωση, και αυτές όλες είναι αισχρές, διότι γίνονται εξαιτίας τής ακολασίας, εφόσον κανείς σώφρων – μα τον Δία – δεν θ’ ανεχόταν να πλησιάσει ούτε εταίρα ούτε ελεύθερη ανύπανδρη ούτε την θεραπαινίδα του. Το μη νόμιμο και μη ευπρεπές αυτών των συνουσιών είναι αίσχος και μεγάλο όνειδος γιά όσους τις θηρεύουν. Γι’ αυτό κανείς απ’ αυτούς δεν ανέχεται να πράττει φανερά κάτι απ’ αυτά – αν είναι σε θέση να κοκκινίζει έστω και γιά λίγο – και όσοι δεν έχουν απωλέσει εντελώς την ντροπή τους, τα τολμούν κρυφά και λαθραία, αν και το να προσπαθείς να μην γίνεις αντιληπτός γιά όσα πράττεις, αποτελεί ομολογία ανθρώπου που αμαρτάνει. «Μα τον Δία», λέει, «ο μοιχός αδικεί τον άνδρα τής διεφθαρμένης γυναίκας, αλλά δεν συμβαίνει ακριβώς το ίδιο όταν κάποιος συνουσιάζεται με εταίρα ή με ανύπανδρη, διότι κανέναν – μα τον Δία – δεν αδικεί, αφού αυτός δεν διαφθείρει κανενός την ελπίδα απόκτησης παιδιών». Εγώ επιμένω να λέω ότι καθένας που αμαρτάνει, αμέσως αδικεί, και αν όχι κάποιον από τους πλησίον του, τότε οπωσδήποτε αποδεικνύει χειρότερο και ατιμότερο τον εαυτό του, επειδή ο αμαρτωλός – γιά όσο διάστημα αμαρτάνει – γίνεται χειρότερος και ατιμότερος. Γιά ν’ αφήσω, όμως, κατά μέρος την αδικία, οπωσδήποτε και αναγκαστικά ενυπάρχει ακολασία σε όποιον ηττάται από αισχρή ηδονή και χαίρεται όταν μολύνεται όπως ακριβώς οι γουρούνες. Τέτοιου είδους – όχι σε μικρότερο βαθμό – είναι κ’ εκείνος που έχει αφροδίσιες επαφές με την δική του δούλα, κάτι που μερικοί θεωρούν, κατά κάποιον τρόπο, ως κατεξοχήν άψογο, επειδή κάθε οικοδεσπότης θεωρείται ότι είναι αυτεξούσιος να χρησιμοποιεί τον δικό του δούλο όπως επιθυμεί. Σχετικά μ’ αυτό, ο λόγος μου είναι απλός. Εάν, λοιπόν, κάποιος θεωρεί ότι δεν είναι αισχρό ούτε άτοπο να έχει αφροδίσιες σχέσεις ο οικοδεσπότης με την δική του δούλα – και μάλιστα αν τύχει να είναι χήρα – ας συλλογιστεί πώς θα του φαινόταν εάν η οικοδέσποινα είχε αφροδίσιες σχέσεις με τον δούλο. Δεν θα φαινόταν, λοιπόν, μη ανεκτό, όχι μόνον εάν η γυναίκα – έχοντας άνδρα νόμιμο – συνουσιαζόταν με δούλο, αλλά κ’ εάν, όντας ανύπανδρη, έπραττε το ίδιο; Ωστόσο, κανείς δεν θα είχε την αξίωση να είναι οι άνδρες χειρότεροι από τις γυναίκες, ούτε να είναι λιγότερο δυνατοί στην χαλιναγώγηση των δικών τους επιθυμιών, αυτοί που στην σκέψη είναι ισχυρότεροι από τις ασθενέστερες, αυτοί που είναι άρχοντες των αρχομένων. Στους άνδρες, λοιπόν, ταιριάζει να είναι καλύτεροι από τις γυναίκες, αν – βέβαια – αξιώνουν να προΐστανται των γυναικών. Αν, ωστόσο, φαίνονται να είναι πιό ασυγκράτητοι, […] (είναι) και χειρότεροι. Γιατί, λοιπόν, πρέπει να λέγεται ότι είναι έργο τής απουσίας συγκρατημού – και τίποτε άλλο – το να έχει αφροδίσιες σχέσεις ο οικοδεσπότης με την δούλα; [Αφού αυτό το γνωρίζουμε].

24. Μουσώνιος – Περί κουράς.

Έλεγε ότι παρομοίως ο άνδρας έπρεπε να κουρεύει την κεφαλή του, όπως κλαδεύουμε το αμπέλι, γιά χάρη τής αφαίρεσης μόνον των άχρηστων […] (και να μην κουρεύει τα χρήσιμα) ούτε το γένι απ’ το πηγούνι, αλλά ότι και αυτό είναι ένα είδος σκέπης που μας προσπόρισε η φύση. Το γένι έχει γίνει και σύμβολο τού άρρενος, όπως ακριβώς το λοφίο στον πετεινό και η χαίτη στον λέοντα, άρα πρέπει απ’ τα μαλλιά ν’ αφαιρούμε το ενοχλητικό μέρος, και από το γένι τίποτε, επειδή αυτό δεν ενοχλεί πουθενά, εφόσον το σώμα υγιαίνει και δεν νοσεί από κάποια τέτοια νόσο, εξαιτίας τής οποίας θα γινόταν αφαίρεση των τριχών τού γενιού. Καλά, λοιπόν, λέγεται – είπε – ο λόγος τού Ζήνωνα, ότι γιά την ίδια αιτία πρέπει και να κουρευόμαστε και να χτενιζόμαστε, δηλαδή γιά λόγους φυσικούς, ώστε η κόμη να μην μας βαραίνει και να μην μας ενοχλεί σε καμμία ενέργειά μας, διότι η φύση φαίνεται να προφυλάσσει περισσότερο το ενδεές και λιγότερο το περιττό – και στα φυτά και στα ζώα – διότι η αφαίρεση τού περιττού είναι πολύ ευκολότερη και πιό ευχερής από την πρόσθεση στο ενδεές. Ο ανθρώπινος λογισμός, λοιπόν, πρέπει να βοηθά την φύση και στα δύο, ώστε να συμπληρώνει τα ενδεή, στον βαθμό που πρέπει να συμπληρωθούν, και να ελαττώνει και ν’ αφαιρεί τα περιττά. Άρα, πρέπει να κουρευόμαστε μόνον εξαιτίας τής αφαίρεσης τού περιττού, και όχι χάριν στολισμού, κάτι που μερικοί φαντάζονται ότι είναι αναγκαίο, οπότε ξυρίζουν το γένι τους και μιμούνται τους αγένειους ή – μα τον Δία – εκείνους που μόλις άρχισαν να βγάζουν γένι, ενώ δεν κουρεύουν ομοίως την κεφαλή τους, παρά διαφορετικά το μπροστινό μέρος από το οπίσθιο. Ωστόσο, αν και αυτό θεωρείται ότι είναι στολισμός, ενέχει πολλή ακοσμία και σε τίποτε δεν διαφέρει από τον καλλωπισμό των γυναικών, γιατί κ’ εκείνες πλέκουν μερικά μέρη των τριχών τους, άλλα τ’ αφήνουν προς τα κάτω, και άλλα τα χτενίζουν με άλλον τρόπο, ώστε να φαίνονται ομορφότερες, ενώ οι άνδρες – που κουρεύονται έτσι – καθιστούν πρόδηλη την επιθυμία τους να φαίνονται όμορφοι σ’ εκείνους, στους οποίους οι ίδιοι επιθυμούν ν’ αρέσουν, οπότε άλλες τρίχες τις αφαιρούν τελείως και άλλες τις χτενίζουν έτσι, ώστε να είναι όμορφοι στα μάτια των γυναικών και των παιδιών, από τους οποίους έχουν ανάγκη να επαινούνται. Ήδη, όμως, μερικοί κουρεύουν τα μαλλιά τους και ξυρίζουν τα γένια τους – εξαιτίας τού βάρους που αυτά τους προκαλούν – αφού αυτοί σαφώς έχουν συντριβεί από την τρυφή και είναι παντελώς απονευρωμένοι και ανέχονται να φαίνονται ότι είναι ερμαφρόδιτοι και γυναικωτοί, κάτι που θα έπρεπε εξάπαντος ν’ αποφεύγουν εάν όντως ήταν άνδρες. Γιατί, λοιπόν, οι τρίχες να είναι βάρος γιά τους ανθρώπους; Τότε, μα τον Δία, θα έλεγε κάποιος ότι και τα φτερά είναι βάρος γιά τα πτηνά.

25. Σόλων.

Απόφευγε την ηδονή, η οποία ύστερα γεννά λύπη.

26. Δημόκριτος.

Μερικοί είναι αφέντες των πόλεων, αλλά δούλοι των γυναικών τους.

27.

Ο ημερήσιος ύπνος σημαίνει σωματική ενόχληση ή ψυχική αγωνία ή αργία ή απαιδευσία.

28.

Η συνουσία είναι μικρή αποπληξία, επειδή ο άνθρωπος ορμά έξω από τ’ ανθρώπινα όρια.

29. Πλάτων – Φαίδων.

Βέβαια, αποκαλούν ακολασία το να κυβερνιέται κάποιος από τις ηδονές.

30. Ευσέβιος.

Απ’ όσους επιχειρούν τις αισχρές επιθυμίες, κανέναν μην θεωρείς ελεύθερο, γιατί αυτοί είναι δούλοι σε αφέντες που τους καταναγκάζουν να πράττουν έτσι, αφέντες πολύ βαρύτερους από εκείνους που κατά τύχη απέκτησαν δούλους.

31.

Η γαστριμαργία παχαίνει το σώμα, εγείρει την αφροσύνη, κοιμίζει τον λογισμό, το καλύτερο μέρος τής ψυχής.

32.

Οι Θεοί έδωσαν στην ψυχή το σώμα τού ανθρώπου, ώστε το σώμα να υπηρετείται μέσω τής ψυχής. Οι πολλοί, όμως, κάνουν το αντίθετο: υποδουλώνουν την ψυχή στο σώμα – το καλύτερο στο χειρότερο και το αθάνατο στο θνητό – σε όλες, και μόνον στις δικές του υπηρεσίες.

33.

Η ακολασία λυμαίνεται την ψυχή και διαφθείρει το σώμα, και αυτό συμβαίνει εξαιτίας τής ηδονής, ώστε – όποιος έχει ψυχή – καταναγκάζεται να κάνει όλα τα πιό αισχρά, επειδή χαρίζεται στο σώμα του.

34.

Όπως ακριβώς οι άνεμοι αρπάζουν ένα πλοίο και το μεταφέρουν εδώ κ’ εκεί και το συγκλονίζουν και το κάνουν ανυπάκουο στον κυβερνήτη, έτσι και η ακολασία δονεί την ψυχή και την καταναγκάζει να είναι ανυπάκουη στον νου και δεν της επιτρέπει να ειρηνεύσει και να προσορμιστεί σε απάνεμο και ασφαλέστατο λιμάνι.

35. Διογένης.

Ο Διογένης λέει: «εύχονται να τους δίνουν οι Θεοί υγεία, αλλά οι περισσότεροι κάνουν όλα τ’ αντίθετα προς την υγεία».

36.

Ο Διογένης έλεγε ότι οι πολλοί, όντας ζωντανοί, σαπίζουν τους εαυτούς τους διαποτίζοντάς τους στα λουτρά και λιώνοντάς τους με αφροδίσιες απολαύσεις ενώ, όταν πεθαίνουν, παραγγέλνουν ν’ αποτεθεί το σώμα τους σε θυμιάματα, άλλοι σε μέλι, ώστε να μην σαπίσει γρήγορα.

37.

Ο Διογένης έλεγε ότι σ’ όποιες κατοικίες υπάρχει πάρα πολλή τροφή, εκεί υπάρχουν πολλά ποντίκια και γάτες. Και τα σώματα, λοιπόν, που δέχονται πολλή τροφή, προσελκύουν εξίσου πολλές νόσους.

38.

Ο Διογένης είπε σ’ έναν νέο που καλλωπιζόταν υπερβολικά: «εάν το κάνεις γιά τους άνδρες, ατυχείς, εάν γιά τις γυναίκες, αδικείς».

39.

Ο Διογένης προσδιόρισε ότι δεν υπάρχει τίποτε φτηνότερο από έναν μοιχό που παραδίδει την ψυχή του γιά ψώνια μιάς δραχμής.

40.

Ο Διογένης έλεγε ότι οι άνθρωποι τρώνε γιά να ευχαριστηθούν, αλλά εξαιτίας αυτής τής ευχαρίστησης δεν θέλουν να πάψουν να τρώνε.

41.

Ο Διογένης είπε ότι οι άλλοι ζουν γιά να τρώνε, ενώ ο ίδιος τρώει γιά να ζει.

42. Σοφοκλής.

Κάποιος ρώτησε τον Σοφοκλή – όταν αυτός ήταν σε μεγάλη ηλικία – εάν ακόμη έχει αφροδίσιες σχέσεις με γυναίκα, και αυτός τού είπε: «Σώπα. Με περισσή χαρά έχω ξεφύγει απ’ αυτό, σαν να ήταν λυσσασμένος και άγριος αφέντης».

43. Αντισθένης.

Ο Αντισθένης έλεγε ότι οι ηδονές, που δεν εισέρχονται από την εξώθυρα, κατ’ ανάγκη δεν εξέρχονται από την εξώθυρα, οπότε χρειάζεται ή να χειρουργηθούν ή να εκδιωχθούν με το φάρμακο που θεραπεύει την παραφροσύνη.

44. Ερυξίμαχος.

Ο Ερυξίμαχος έλεγε ότι η συνουσία είναι μικρή επιληψία και ότι διαφέρει μόνον ως προς τον χρόνο.

45. Αντιφών.

Όπου είναι το ηδονικό, κάπου εκεί είναι και το λυπηρό, γιατί οι ηδονές δεν μεταβαίνουν προς τον εαυτό τους, αλλά τις ακολουθούν λύπες και πόνοι.

46. Κράτης.

Όταν ο Κράτης είδε στημένη στους Δελφούς μία χρυσή εικόνα τής εταίρας Φρύνης, ανέκραξε ότι αυτό έχει στηθεί ως τρόπαιο τής ακράτειας των Ελλήνων.

47. Αίσωπος.

Ο Αίσωπος είπε σε κάποιον που κακώς χρησιμοποιούσε το κάλλος του: «πόσο ωραίο ιμάτιο φοράς και πόσο άσχημα το βγάζεις!».

48. Ιάμβλιχος – Λόγοι προτρεπτικοί προς την φιλοσοφία.

Από παλιά, λοιπόν, ψέγεται η ακολασία, διότι οι επιθυμίες – σ’ αυτή την περίπτωση – χαλαρώνουν κ’ ελευθερώνονται περισσότερο απ’ όσο πρέπει.

49. Πλούταρχος – Κατά ηδονής.

Η ηδονή χαλαρώνει τα σώματα, μαλακώνοντάς τα καθημερινά με την τρυφηλότητα, και – στην συνέχεια – γίνονται υποτονικά και χαλαρώνει η ισχύς τους. Απ’ αυτά προκύπτουν οι εύκολες νόσοι, οι εύκολοι κάματοι και τα πρόωρα γηρατειά τής νεότητας.

50. Πλούταρχος – Κατά ηδονής.

Η ηδονή είναι θηρίο που οδηγεί στην δουλεία, αλλά όχι άγριο. Είθε να ήταν, γιατί θα πολεμούσε φανερά και θα νικιόταν γρήγορα, ενώ τώρα – και γι’ αυτόν τον λόγο – είναι περισσότερο μισητή, διότι κρύβει την έχθρα φορώντας το ένδυμα τής εύνοιας, οπότε είναι διπλά αποτρόπαιη, και γιά τις βλάβες που προκαλεί, και γιά την ψεύτικη εικόνα που δίνει.

51. Πλούταρχος – Κατά ηδονής.

Τις δίκαιες ηδονές ούτε τις αποκαλούμε έτσι, ούτε τις αναγνωρίζουμε ως ηδονές, αλλά ως θεραπείες, ενώ όσες δεν ανήκουν σ’ αυτές είναι όλες περιττές ύβρεις, ανάπηρες, βιαζόμενες, που κολακεύουν με την ποικιλία τους και κρυφοβλάπτουν. Στην δική μας κατάσταση δεν αρμόζει ο νόμος των άλογων ζώων, που αφού θεραπεύσουν τις επιθυμίες τους δεν ορέγονται τίποτε, αλλά υπερπληρώνουν τις ανάγκες τους με αβίαστες ηδονές.

52. Πλούταρχος – Κατά ηδονής.

Μήπως κάποιος επαινεί τους προδότες; Τέτοιου είδους πράγμα είναι η ηδονή. Προδίδει την αρετή. Μήπως τους βασανιστές; Τέτοιου είδους πράγμα είναι η ηδονή. Βασανίζει την σωφροσύνη. Μήπως την φιλαργυρία; Αμφότερα είναι ακόρεστα. Γιατί, λοιπόν, χαιρόμαστε με τέτοιου είδους θηρίο, που μας κολακεύει και μας καταναλώνει;

53. Πλούταρχος – Κατά ηδονής.

Γιατί είσαι ασυγκράτητος όταν δεν σε βλέπουν όλοι, ενώ ντρέπεσαι ακόμη και τον εαυτό σου και καταφεύγεις στην νύχτα και στο σκοτάδι κ’ εμπιστεύεσαι την ύβρη σου στην απουσία μαρτύρων; Αφού κανείς δεν επιρρίπτει σκοτάδι στα ωραία έργα και δεν ντρέπεται να του τα μαρτυρήσει το φως, παρά θα ήθελε να γινόταν ήλιος όλος μαζί ο κόσμος, ώστε να δει τα κατορθώματά του. Κάθε κακία, όμως, προφυλάσσεται, γιά να μην την δουν γυμνή, προβάλλοντας ως σκέπη της τα πάθη. Αν, λοιπόν, τ’ αποκόψουμε, βλέπουμε γυμνές τις ηδονές. Μεθούν μέχρι αναισθησίας, λαγνεύουν σε όλη την ζωή τους, κοιμούνται ενώπιον των έργων, δεν στρέφουν τον νου τους προς τις πόλεις τους, δεν φροντίζουν τους γονείς, δεν σέβονται τους νόμους.

54. Πυθαγόρας.

Είναι πιό δύσκολο να είσαι δούλος των παθών, παρά των τυράννων.

55.

Είναι αδύνατο να είσαι ελεύθερος όταν υποδουλώνεσαι στα πάθη και κυριαρχείσαι από τα πάθη.

56.

Κανείς δεν είναι ελεύθερος εάν δεν κυριαρχεί στον εαυτό του.

57. Επίκτητος.

Φέρνουν στην μέση τους φιλοσόφους που έχουν αντιρρήσεις, που θεωρούν ότι η ηδονή δεν είναι φυσική κατάσταση, αλλ’ ακολουθεί τις φυσικές καταστάσεις, την δικαιοσύνη, την σωφροσύνη, την ελευθερία. Γιατί, λοιπόν, η ψυχή χαίρεται και γαληνεύει με τα σωματικά αγαθά, που είναι μικρότερα – καθώς λέει ο Επίκουρος – και δεν ευχαριστιέται με τα δικά της αγαθά, που είναι τα μεγαλύτερα; Η φύση, βέβαια, μού έδωσε την αιδώ, και πολύ κοκκινίζω όταν αντιληφθώ ότι λέω κάτι αισχρό. Αυτή η συγκίνηση δεν μ’ αφήνει να θεωρήσω την ηδονή ως κάτι αγαθό και ως σκοπό τού βίου.

58. Επίκτητος – Απομνημονεύματα.

Στην Ρώμη, οι γυναίκες κρατούν στο χέρι την «Πολιτεία» τού Πλάτωνα, διότι αυτός έχει την αξίωση να υπάρχει κοινοκτημοσύνη γυναικών. Προσέχουν, λοιπόν, τις λέξεις, όχι την σκέψη τού ανθρώπου, διότι αυτός δεν ζητά να νυμφεύεται και να συγκατοικεί ένας με μία, κ’ έπειτα θέλει να υπάρχει κοινοκτημοσύνη γυναικών, οπότε εξαιρεί τον τέτοιου είδους γάμο και εισάγει άλλο είδος γάμου. Όλοι, λοιπόν, οι άνθρωποι χαίρονται όταν προσπορίζονται δικαιολογίες γιά τ’ αμαρτήματά τους, αφού η φιλοσοφία λέει ότι δεν ταιριάζει ούτε το δάχτυλό σου να τεντώνεις άσκοπα.

59. Επίκτητος.

Όταν συμβαίνουν τα πιό σπάνια από τα ευχάριστα, ιδιαιτέρως μάς τέρπουν.

60. Επίκτητος.

Εάν κάποιος υπερβεί το μέτρο, τα πιό ευχάριστα θα γίνουν τα πιό δυσάρεστα.

61. Κάτων ο πρεσβύτερος.

Ο Κάτων, ονειδίζοντας την πολυτέλεια, είπε: «πόσο δύσκολο είναι να μιλάς σε κοιλιά που δεν έχει αυτιά!».

62.

Όσοι με σοβαρότητα αντιμετωπίζουν τα γελοία – έλεγε – γίνονται καταγέλαστοι στα σοβαρά.

63. Ευκλείδης.

Ο ύπνος είναι νεώτερη και παιδική θεότητα, πειθήνια, που εύκολα αποφεύγεται. Είναι, όμως, και ψαρομάλλης και γέροντας, ιδιαίτερα ριζωμένος στους ηλικιωμένους ανθρώπους, αδιάλλακτος και ανηλεής. Η απαλλαγή απ’ αυτήν την θεότητα – όταν εμφανιστεί γιά μιά φορά – είναι δύσκολο έργο, επειδή δεν δίνει καμμία σημασία στα λόγια, ούτε γενικά δύναται ν’ ακούσει, διότι είναι κουφή, ούτε πάλι θα της παρουσίαζες κάτι δείχνοντάς το, διότι είναι τυφλή.

64. Ευσέβιος.

Σωφροσύνη, δηλαδή το πιό αναγκαίο, απαιτούν οι άνδρες από τις γυναίκες, με τις οποίες συμβιώνουν, και – όντας καλύτεροι – έχουν την αξίωση να εξουσιάζουν τις υποδεέστερες. Έχοντας τέτοια αξίωση, δεν σέβονται όσα κάθε φορά σχετίζονται με την σωφροσύνη, και οι ίδιοι αμαρτάνουν – σαν να επιτρέπεται μόνον σ’ αυτούς – όπως όσοι βρίσκονται στην χειρότερη μοίρα, αμέριμνα διαπράττοντας τ’ αδικήματα και χωρίς να δέχονται απολύτως καμμία επίπληξη από τους ίδιους.

65. Επίκτητος – Απομνημονεύματα.

Σε όσους ηδονίζονται από την κοιλιά τους και υπερβαίνουν το μέτρο στο φαγητό ή στο ποτό ή στις αφροδίσιες απολαύσεις, σ’ όλους αυτούς οι ηδονές είναι σύντομες και κρατούν γιά λίγο, γιά όσον χρόνο τρώνε ή πίνουν, ενώ οι λύπες τους είναι πολλές, διότι πάντοτε τα ίδια επιθυμούν και – όταν αποκτήσουν αυτά που επιθυμούν – γρήγορα τους φεύγει η ηδονή και τίποτε χρήσιμο δεν τους μένει, παρά η σύντομη τέρψη, και τότε πάλι χρειάζονται τα ίδια.

66. Κλεάνθης.

Ο Κλεάνθης έλεγε ότι εάν η ηδονή είναι σκοπός, γιά κακό έχει δοθεί στους ανθρώπους η φρόνηση.

67. Πλάτων – Πρωταγόρας.

Αυτά επαρκούν ως απόδειξη, την οποία εγώ και ο Πρωταγόρας πρέπει να δώσουμε σ’ εσάς σχετικά με όσα μας ρωτήσατε. Εάν θυμάστε, λοιπόν – όταν εμείς ομολογούσαμε μεταξύ μας ότι τίποτε δεν είναι ανώτερο τής σαφούς γνώσης, αλλά πάντοτε αυτή κυριαρχεί και στην ηδονή και σε όλα τ’ άλλα, όπου και να είναι, ενώ εσείς ισχυριζόσασταν ότι πολλές φορές η ηδονή επικρατεί και στον άνθρωπο που έχει σαφή γνώση, οπότε δεν συμφωνούσαμε μαζί σας – μάς ρωτήσατε μετά: «Πρωταγόρα και Σωκράτη, εάν αυτό το πάθημα δεν είναι ήττα εξαιτίας τής ηδονής, τότε τι – επιτέλους – είναι και τι εσείς ισχυρίζεστε ότι είναι; Πέστε μας». Εάν, ωστόσο, εμείς ευθύς σάς λέγαμε ότι είναι αμάθεια, θα μας περιγελούσατε, ενώ τώρα, αν μας περιγελάσετε, θα περιγελάσετε και τους εαυτούς σας, αφού κ’ εσείς ομολογήσατε ότι όσοι αστοχούν στην επιλογή των ηδονών και των λυπών – που είναι και αγαθά και κακά – αστοχούν εξαιτίας τής ελλειπούς σαφούς γνώσης, και όχι μόνον τής σαφούς γνώσης, αλλά κ’ εξαιτίας τής ελλειπούς σταθμιστικής ικανότητας, όπως πρωτύτερα επιπλέον ομολογήσατε. Η άστοχη πράξη, λοιπόν, χωρίς σαφή γνώση – το γνωρίζετε κ’ οι ίδιοι – γίνεται από αμάθεια, ώστε η ήττα από την ηδονή είναι τούτο: η μέγιστη αμάθεια.

68. Πλάτων – Φίληβος.

– Ας κρίνουμε, λοιπόν, καθένα από τα τρία σε σχέση με την ηδονή και τον νου, επειδή πρέπει να δούμε σε ποιό από τα δύο θ’ αποδώσουμε – κυρίως – την συγγένεια με το καθένα από τα τρία.

– Μιλάς γιά το κάλλος και την αλήθεια και το μέτρο;

– Ναι. Πρώταρχε, εσύ πάρε πρώτα την αλήθεια. Πάρ’ την και ρίξε το βλέμμα σου σ’ αυτά τα τρία: τον νου, την αλήθεια και την ηδονή. Άφησε να περάσει αρκετός χρόνος και αποκρίσου στον εαυτό σου: ποιό από τα δύο – η ηδονή ή ο νους – είναι συγγενέστερος προς την αλήθεια;

– Γιατί να χρειάζομαι χρόνο; Φαντάζομαι ότι διαφέρουν πολύ. Η ηδονή, λοιπόν, είναι το πιό αλαζονικό απ’ όλα και, όπως λέγεται, στις αφροδίσιες ηδονές, που θεωρούνται ότι είναι οι πιό μεγάλες, συγχωρείται από τους Θεούς ακόμη και η επιορκία, αφού οι ηδονές δεν κατέχουν ούτε καν τον ελάχιστο νου, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα παιδιά. Ο νους, λοιπόν, είτε είναι ταυτόσημος με την αλήθεια, είτε είναι το πιό όμοιό της μεταξύ όλων, και το πιό αληθές.

– Μετά απ’ αυτό, λοιπόν, σκέψου – με όμοιο τρόπο – και γιά το μέτρο. Ποιό από τα δύο κατέχει περισσότερο μέτρο: η ηδονή από την φρόνηση ή η φρόνηση από την ηδονή;

– Εύκολη σκέψη προέβαλες γιά εξέταση, γιατί φαντάζομαι ότι κανένα ον – πέρα από την ηδονή και την άμετρη χαρά – δεν θα βρίσκαμε να έχει εκ φύσεως πιό περιορισμένη αντίληψη τού μέτρου, όπως δεν θα βρίσκαμε κανένα, που να έχει ευρύτερη αντίληψη τού μέτρου απ’ όση έχει ο νους και η σαφής γνώση.

– Ωραία μίλησες. Πες μας, επίσης, και το τρίτο. Ο νους μας ή το γένος τής ηδονής μετέλαβε περισσότερο κάλλος; Οπότε, ο νους είναι ωραιότερος από την ηδονή ή ισχύει το αντίθετο;

– Με την φρόνηση, λοιπόν, και με τον νου, Σωκράτη, κανείς ποτέ – ούτε στον ξύπνιο ούτε στον ύπνο του – και με κανέναν τρόπο δεν είδε και δεν επινόησε κάτι αισχρό, ούτε να έχει γίνει ούτε να γίνεται ούτε να πρόκειται να γίνει.

– Σωστά.

– Με τις ηδονές, όμως, και μάλιστα σχεδόν με τις μεγαλύτερες, όταν δούμε οποιονδήποτε να ευχαριστιέται – βλέποντας να τις ακολουθεί ή το γελοίο ή το αισχρότερο όλων – και οι ίδιοι ντρεπόμαστε και το κρύβουμε όσο μπορούμε περισσότερο και το αφανίζουμε και όλα τα σχετικά τα παραδίδουμε στην νύχτα, καθώς δεν πρέπει να τα βλέπει το φως.

– Οπωσδήποτε, λοιπόν, θα συμφωνήσεις, Πρώταρχε, στέλνοντας αγγελιαφόρους γιά να το πουν, και ο ίδιος λέγοντάς το στους παρόντες, ότι η ηδονή δεν είναι ούτε το πρώτο ούτε και το δεύτερο απόκτημα, αλλά το πρώτο είναι το σχετικό με το μέτρο, καθώς και η αντίληψη τού μέτρου και τής καταλληλότητας, όπως και όλα όσα πρέπει να θεωρούμε ως τέτοιου είδους, όσα έχουν αθάνατη φύση.

– Αυτό φαίνεται απ’ όσα τώρα λέγονται.

– Το δεύτερο είναι το σχετικό με την συμμετρία και το κάλλος και την τελειότητα και την ικανότητα και όλα όσα ανήκουν σ’ αυτό το γένος.

– Έτσι φαίνεται.

– Εάν ως τρίτο θέσεις τον νου και την φρόνηση – όπως εγώ μαντεύω – δεν θα πέσεις πολύ μακριά από την αλήθεια.

– Ίσως.

– Μήπως δεν υπάρχουν και τέταρτα; Εκείνα, που ορίσαμε ως έργα τής ίδιας τής ψυχής, δηλαδή τις σαφείς γνώσεις, τις τέχνες και τις ορθά διατυπωμένες δοξασίες, μήπως δεν είναι τέταρτα κοντά στα τρίτα, εάν – βέβαια – είναι περισσότερο συγγενικά με το αγαθό, παρά με την ηδονή;

– Μάλλον.

– Μήπως, τότε, πέμπτες είναι οι ηδονές που ορίσαμε ως άλυπες και που επονομάσαμε καθαρές γνώσεις τής ίδιας τής ψυχής και που ακολουθούν τις αισθήσεις;

– Ίσως.

– «Στην έκτη γενιά καταπαύστε την αρμονία τής ωδής». Άρα, και ο δικός μας λόγος είναι πιθανόν να καταπαυτεί στην κρίση γιά την έκτη θέση.

* * * * *

Μέρος ΣΤ΄

Παραρτήματα

και

Βιβλιογραφία

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α΄

Ο φιλόσοφος Πλάτων δίδασκε το περίφημο «ουδείς εκών κακός», υποστηρίζοντας ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι εκούσια κακός και θεωρώντας την κακία ως προϊόν τής ανθρώπινης άγνοιας ή ασθένειας. Το ακόλουθο σχετικό απόσπασμα (βλέπε και: Τσακνάκης Α., «Πλάτων: Τίμαιος», Εκδ.: Βιβλιοβάρδια, Θεσσαλονίκη, 2005) είναι από τον «Τίμαιο»:

Ας ονομάσουμε νόσο οποιοδήποτε από τα δύο πάθη έχει ο πάσχων, και ας δεχτούμε τις υπερβολικές ηδονές και λύπες ως μέγιστες ψυχικές νόσους, γιατί ο περιχαρής και ο περίλυπος άνθρωπος – σπεύδοντας ακαίρως ν’ αποκτήσει την χαρά και ν’ αποφύγει την λύπη – δεν δύναται ούτε να δει ούτε ν’ ακούσει τίποτε ορθό, αλλά λυσσά και ελάχιστα δύναται να φανεί λογικός. Όταν το σπέρμα γίνεται πολύ και ορμητικό στον μυελό ενός ανθρώπου – όπως στο δέντρο που παράγει περισσότερο καρπό απ’ ότι ορίζει η φύση του – αυτός δοκιμάζει κάθε φορά πολλές ωδίνες και πολλές ηδονές εξαιτίας των επιθυμιών του και των επιπτώσεών τους. Κατά το μεγαλύτερο μέρος τού βίου του είναι μανιακός, λόγω των μεγίστων ηδονών και λυπών, ενώ έχει νοσούσα και άφρονα ψυχή, εξαιτίας τού σώματός του. Τότε, από τους άλλους δεν θεωρείται ασθενής, αλλά εκούσια κακός.

Όμως, η αλήθεια είναι ότι η αφροδίσια ακολασία είναι νόσος ψυχική και οφείλεται κυρίως σε μία ουσία, που ρέει μέσα στο σώμα και το υγραίνει, λόγω τής πορώδους υφής των οστών. Άρα, όλες σχεδόν οι κατηγορίες, περί ακράτειας στις ηδονές και εκούσιας κλίσης προς το κακό, δεν είναι ορθές, γιατί κανείς δεν είναι εκούσια κακός, αλλά ο κακός γίνεται κακός εξαιτίας κάποιου σωματικού ελαττώματος και τής κακής ανατροφής του, πράγματα που ακούσια έρχονται στον καθένα και τού είναι εχθρικά. Έτσι και στις λύπες.

 

 

 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β΄

 

 

Στον Ξενοφώντα συναντούμε την ακόλουθη διδακτικότατη μυθολογική διήγηση γιά τον ημίθεο Ηρακλή, την Αρετή και την Κακία (βλέπε και: Τσακνάκης Α., «Ιωάννης Στοβαίος: Περί αρετής», απόσπασμα 206, Εκδ.: Βιβλιοβάρδια, Θεσσαλονίκη, 2006):

Και ο σοφός Πρόδικος, όμως, στο σύγγραμμά του γιά τον Ηρακλή, τ’ οποίο επιδεικνύει στους περισσότερους, με τον ίδιο τρόπο αναφέρεται στην αρετή, μιλώντας, απ’ όσο θυμάμαι, κάπως έτσι, λέγοντας, δηλαδή, ότι ο Ηρακλής, όταν από την παιδική εισερχόταν στην εφηβική ηλικία – κατά την οποία οι νέοι, όντας ήδη αυτεξούσιοι, φανερώνουν εάν ο βίος τους θα στραφεί προς την οδό τής αρετής ή προς την οδό τής κακίας – βγήκε έξω και κάθησε στην ησυχία και απορούσε προς ποιά από τις δύο οδούς να στραφεί.

Τότε τού φάνηκε ότι τον πλησίασαν δύο μεγαλόσωμες γυναίκες, η μία ευπρεπής στην όψη κ’ εκ φύσεως γενναιόδωρη, έχοντας την επιδερμίδα της κοσμημένη με καθαριότητα, τα μάτια της μ’ αιδημοσύνη, το παράστημά της με σωφροσύνη, ντυμένη με λευκή εσθήτα, και η άλλη καλοθρεμμένη, παχιά, τρυφερή, με καλλωπισμένη επιδερμίδα, η οποία φαινόταν να είναι λευκότερη και ροδινότερη απ’ όσο πραγματικά ήταν, με παράστημα που φαινόταν να είναι ψηλότερο από το φυσικό της, με μάτια ανασηκωμένα και μ’ εσθήτα, μέσ’ από την οποία περισσότερο έλαμπε η ωραιότητά της. Συχνά παρατηρούσε τον εαυτό του και κοίταζε μήπως και κάποιος άλλον την παρατηρεί, ενώ πολλές φορές κοίταζε και προς την σκιά της.

Ενώ πλησίαζαν τον Ηρακλή, η πρώτη – γιά την οποία μιλήσαμε πρωτύτερα – βάδιζε με τον ίδιο τρόπο, ενώ η δεύτερη έτρεξε προς τον Ηρακλή, επιθυμώντας να τον προφτάσει, και τού είπε: «Ηρακλή, σε βλέπω που απορείς γιά την οδό προς την οποία πρέπει να στρέψεις τον βίο σου. Εάν, λοιπόν, με κάνεις φίλη σου, θα σε οδηγήσω στην πιό ευχάριστη κ’ εύκολη οδό, και δεν θα μείνεις άγευστος από τίποτε τερπνό, ενώ θα ζήσεις χωρίς εμπειρία στις δυσκολίες, διότι πρώτα-πρώτα δεν θα προβληματίζεσαι ούτε γιά πολέμους ούτε γιά ενοχλήσεις, αλλά θα διαβιώνεις κοιτάζοντας τι ευχάριστο θα βρεις, είτε φαγητό είτε ποτό, ή τι θα δεις και θ’ ακούσεις γιά να ευχαριστηθείς, ή τι θα μυρίσεις και θ’ αγγίξεις, και ποιές ερωτικές σχέσεις θα κάνεις γιά να ευφρανθείς, και πώς θα κοιμηθείς όσο πιό μαλακά γίνεται, και πώς όλα τούτα θα σου τύχουν χωρίς να καταπονηθείς. Εάν, πάλι, κάποτε σού γεννηθεί η υποψία τής έλλειψης των μέσων που παρέχουν όλα τα παραπάνω, δεν υπάρχει ο φόβος να σε οδηγήσω σε σωματικές και ψυχικές καταπονήσεις και ταλαιπωρίες, ώστε να τα προσποριστείς, αλλά εσύ θα χρησιμοποιείς εκείνα που οι άλλοι αποκτούν με την εργασία τους, χωρίς ν’ αποφεύγεις τίποτε απ’ όσα δύνανται να σου αποφέρουν κάποιο κέρδος, γιατί εγώ παρέχω στους δικούς μου την δύναμη να επωφελούνται από παντού».

Ο Ηρακλής, ακούγοντας αυτά, τής είπε: «Γυναίκα, ποιό είναι τ’ όνομά σου;». Εκείνη απάντησε: «Οι φίλοι μου με αποκαλούν Ευδαιμονία, και όσοι με μισούν με ονομάζουν, υποκοριστικά, Κακία».

Τότε προσήλθε η άλλη γυναίκα και τού είπε: «Ηρακλή, έρχομαι κ’ εγώ σ’ εσένα, γνωρίζοντας τους γεννήτορές σου κ’ έχοντας μάθει γιά την φύση σου κατά την διάρκεια τής εκπαίδευσής σου. Ελπίζω, βασιζόμενη σ’ αυτά, ότι αν στραφείς προς την οδό μου, οπωσδήποτε θα γίνεις ένας αγαθός εργάτης των ωραίων και σημαντικών έργων, κ’ εγώ θα φανώ ακόμη πιό πολύ τιμημένη και διαπρεπής στ’ αγαθά έργα. Δεν θα σ’ εξαπατήσω, λοιπόν, με ηδονικά προοίμια, αλλά με ειλικρίνεια θα σου διηγηθώ με ποιόν τρόπο οι Θεοί τακτοποίησαν όσα υπάρχουν. Οι Θεοί, χωρίς καταπονήσεις και φροντίδες, δεν δίνουν στους ανθρώπους κανένα απ’ όσα είναι αγαθά και ωραία. Αν, λοιπόν, επιθυμείς να εξιλεωθείς έναντι των Θεών, οφείλεις να υπηρετήσεις τους Θεούς. Αν θέλεις να σ’ αγαπούν οι φίλοι σου, οφείλεις να ευεργετήσεις τους φίλους σου. Αν επιθυμείς να τιμηθείς από κάποια πόλη, οφείλεις να ωφελήσεις την πόλη. Αν έχεις την αξίωση να θαυμάζεσαι απ’ όλη την Ελλάδα γιά την αρετή σου, οφείλεις να προσπαθήσεις να ευεργετήσεις την Ελλάδα. Αν θέλεις να σου αποφέρει άφθονους καρπούς η γη, οφείλεις να υπηρετήσεις την γη. Αν θεωρείς ότι πρέπει να πλουτίσεις από την κτηνοτροφία, οφείλεις να επιμεληθείς τα ζώα. Αν επιδιώκεις ν’ αυξήσεις με πόλεμο την δύναμή σου και αν επιθυμείς να μπορέσεις να ελευθερώσεις τους φίλους σου και να καταβάλεις τους εχθρούς σου, οφείλεις να μάθεις από τους ειδικούς αυτές τις πολεμικές τέχνες, αλλά και ν’ ασκηθείς στο πώς πρέπει να τις χρησιμοποιήσεις. Αν επιθυμείς να είσαι δυνατός στο σώμα, οφείλεις να συνηθίσεις ώστε το σώμα σου να υπηρετεί την σκέψη σου και να γυμνάζεται με καταπονήσεις και ιδρώτα».

Τότε πήρε τον λόγο η Κακία – καθώς λέει ο Πρόδικος – και είπε: «Εννοείς, Ηρακλή, πόσο δύσκολη και μακριά οδό προς τις απολαύσεις σού περιγράφει αυτή η γυναίκα; Εγώ, όμως, θα σε οδηγήσω προς την ευδαιμονία από εύκολη και σύντομη οδό». Και η Αρετή απάντησε: «Ταλαίπωρη, τι αγαθό έχεις εσύ ή τι ευχάριστο ξέρεις, ώστε να μην θέλεις να πραγματοποιήσεις τίποτε γιά χάρη τους; Εσύ δεν αναμένεις ούτε καν την εμφάνιση τής επιθυμίας γιά κάτι ευχάριστο, αλλά τα φτάνεις όλα σε κορεσμό προτού να τα επιθυμήσεις. Τρως πριν πεινάσεις και πίνεις πριν διψάσεις. Γιά να φας ευχάριστα, αναζητάς εδεσματοποιούς. Γιά να πιείς ευχάριστα, προετοιμάζεις πολυτελείς οίνους, ενώ – κατά το καλοκαίρι – τρέχεις παντού αναζητώντας χιόνι. Γιά να κοιμηθείς ευχάριστα, προετοιμάζεις όχι μόνον μαλακά στρώματα, αλλά και κλίνες μαλακές και υποστρώματα μαλακά, γιατί επιθυμείς τον ύπνο επειδή δεν έχεις τίποτε άλλο να κάνεις, και όχι επειδή έχεις καταπονηθεί. Κατασκευάζεις την ανάγκη γιά συνουσία προτού αυτή χρειαστεί, και μηχανεύεσαι τα πάντα και χρησιμοποιείς τους άνδρες σαν γυναίκες, αφού έτσι εκπαιδεύεις τους φίλους σου, ρίχνοντάς τους σε νυκτερινές ακολασίες και κοιμίζοντάς τους κατά το χρησιμότατο μέρος τής ημέρας. Αν και είσαι αθάνατη, οι Θεοί σε απέρριψαν, ενώ οι αγαθοί άνθρωποι δεν σε τιμούν. Ποτέ δεν ακούς το πιό ευχάριστο άκουσμα, τον έπαινό σου. Ποτέ δεν βλέπεις το πιό ευχάριστο θέαμα, γιατί ποτέ δεν έχεις δει ένα ωραίο έργο σου. Ποιός θα σε πίστευε, αν έλεγες κάτι; Ποιός θα σε κάλυπτε, αν χρειαζόσουν κάτι; Ποιός συνετός θα τολμούσε να γίνει μέλος τού θιάσου σου; Οι φίλοι σου είναι σωματικά αδύναμοι όταν είναι νέοι, και ψυχικά ανόητοι όταν μεγαλώσουν. Κατά την νεότητά τους ανατρέφονται χωρίς καταπονήσεις και μέσα στην αφθονία, ενώ περνούν στα γηρατειά καταπονημένοι και αποξηραμένοι. Ντρέπονται γιά όσα έπραξαν και φέρουν βαρέως όσα πράττουν, αφού δοκίμασαν τα ευχάριστα στα νιάτα τους και άφησαν τα δυσάρεστα γιά τα γηρατειά τους. Εγώ, όμως, συναναστρέφομαι τους Θεούς, συναναστρέφομαι και τους αγαθούς ανθρώπους, ενώ κανένα ωραίο έργο, ούτε θεϊκό ούτε ανθρώπινο, δεν γίνεται χωρίς εμένα, και πιό πολύ απ’ όλους με τιμούν και οι Θεοί και οι άνθρωποι – όσοι αρμόζει να το κάνουν – γιατί είμαι αγαπητή συνεργάτιδα των τεχνιτών, πιστή φύλακας των οικοδεσποτών, ευμενής συμπαραστάτιδα των δούλων, αγαθή αρωγός στις ειρηνικές καταπονήσεις και ασφαλής σύμμαχος στα πολεμικά έργα. Γιά τους φίλους μου υπάρχει ευχάριστη και απροβλημάτιστη απόλαυση φαγητών και ποτών, αφού περιμένουν μέχρι να τα επιθυμήσουν, και ο ύπνος τους είναι γλυκύτερος από τον ύπνο όσων δεν μοχθούν, αφού δεν ενοχλούνται όταν τον εγκαταλείπουν, ούτε εξαιτίας του αναβάλλουν την πραγματοποίηση τού καθήκοντος. Οι νέοι μου χαίρονται με τους επαίνους των μεγαλυτέρων. Οι γηραιότεροι αγάλλονται με τις τιμές των νέων. Ευχάριστα θυμούνται τις πράξεις των παλαιών κ’ ευχαριστιούνται όταν σωστά εκτελούν τις παρούσες. Εξαιτίας μου είναι φίλοι των Θεών, αγαπητοί στους φίλους τους, πολύτιμοι στην πατρίδα. Όταν, πάλι, έρθει το πεπρωμένο τέλος, δεν κείτονται λησμονημένοι και ατιμασμένοι, αλλά ακμάζουν, αφού υμνούνται και μνημονεύονται παντοτινά. Ηρακλή, παιδί αγαθών γονέων, έχεις την δυνατότητα – εάν υποφέρεις τέτοιες καταπονήσεις – ν’ αποκτήσεις την πιό μακάρια ευδαιμονία».

Κάπως έτσι ο Πρόδικος καθορίζει την εκπαίδευση τού Ηρακλή από την Αρετή.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ΄

Η ευσύνοπτη διδασκαλία τού νεοπλατωνικού φιλόσοφου Σαλούστιου, γιά την Αρετή και την Κακία, είναι ιδιαίτερα ελκυστική και ενδιαφέρουσα (βλέπε και: Τσακνάκης Α., «Σαλούστιος: Περί Θεών και Κόσμου», κεφάλαιο ιη΄):

 

Οι λόγοι περί Αρετής και Κακίας εξαρτώνται από τους λόγους περί ψυχής. Όταν η άλογη ψυχή εισέλθει στα σώματα, ευθύς προκαλεί θυμό κ’ επιθυμία, ενώ η λογική ψυχή στέκεται επάνω από αυτά διαχωρίζοντας την ψυχή σε τρία μέρη: στο λογικό, στο θυμοειδές και στο επιθυμητικό. Αρετή τού λογικού είναι η φρόνηση, τού θυμοειδούς η ανδρεία, τού επιθυμητικού η σωφροσύνη, και όλης τής ψυχής η δικαιοσύνη. Πρέπει, λοιπόν, το λογικό μέρος να κρίνει τα δέοντα, το θυμοειδές να πειθαρχεί στο λογικό και να διακρίνει τα πρέποντα δεινά, και το επιθυμητικό να επιδιώκει όχι εκείνο που φαίνεται ευχάριστο, αλλά εκείνο που είναι λογικά ευχάριστο.

Αν αυτά συμβαίνουν έτσι, ο βίος γίνεται δίκαιος, επειδή η δικαιοσύνη που αφορά τις ανάγκες τής ζωής αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος τής Αρετής, και γι’ αυτό στους ανθρώπους που έχουν παιδεία μπορούμε να δούμε όλες τις αρετές, ενώ στους απαίδευτους βλέπουμε κάποιον που είναι ανδρείος αλλά και άδικος, κάποιον άλλον που είναι σώφρων αλλά και ανόητος, και άλλον που είναι φρόνιμος αλλά και ακόλαστος, ιδιότητες που δεν ταιριάζει ούτε να τις αποκαλούμε αρετές, επειδή έχουν στερηθεί την λογική και είναι ατελείς και εμφανίζονται σε κάποια άλογα όντα.

Την Κακία ας την εξετάσουμε μέσω των αντιθέτων. Η Κακία τού λογικού μέρους είναι η παράνοια, τού θυμοειδούς η δειλία, τού επιθυμητικού η ακολασία, και όλης τής ψυχής η αδικία. Οι αρετές προέρχονται από την ορθή πολιτεία, την καλή ανατροφή και την παιδεία. Οι κακίες προέρχονται από τ’ αντίθετα.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Δ΄

Ο πυθαγόρειος φιλόσοφος Θεάγης, στο «Περί αρετής» σύγγραμμά του, το οποίο – δυστυχώς – δεν σώζεται ολόκληρο, μάς ξεναγεί στον ψυχικό κόσμο, φέρνοντάς μας αντιμέτωπους με την Φρόνηση και την Αφροσύνη, την Σωφροσύνη και την Ακολασία (βλέπε και: Τσακνάκης Α., «Ιωάννης Στοβαίος: Περί αρετής», απόσπασμα 117, Εκδ.: Βιβλιοβάρδια, Θεσσαλονίκη, 2006):

Οι αρχές τού συνόλου τής αρετής είναι τρεις: η γνώση, η δύναμη και η προαίρεση. Η γνώση είναι σαν την όραση, με την οποία εξετάζουμε και κρίνουμε τα πράγματα, η δύναμη είναι σαν μία σωματική αλκή, με την οποία υπομένουμε και εμμένουμε στα πράγματα, και η προαίρεση είναι κάτι σαν χέρια τής ψυχής, με τα οποία ορμούμε και αρπάζουμε τα πράγματα.

Ο διάκοσμος, πάλι, τής ψυχής έχει ως εξής: το πρώτο στοιχείο της είναι το λογικό, το δεύτερο το συναίσθημα, το τρίτο η επιθυμία. Το λογικό, λοιπόν, επικρατεί στην γνώση, το συναίσθημα επικρατεί στο πάθος, και η επιθυμία είναι αυτή που επικρατεί στο επιθυμητικό είδος. Όταν αυτά τα τρία στοιχεία γίνουν ένα, μόλις δεχτούν την συναρμογή, τότε η αρετή και η ομόνοια γεννιούνται στην ψυχή. Όταν επαναστατούν και το ένα αποσπάται από το άλλο, τότε στην ψυχή γεννιέται η κακία και η ασυμφωνία. Όταν, πάλι, το λογικό επικρατεί στα άλογα μέρη τής ψυχής, τότε γεννιέται η καρτερία και η εγκράτεια, η καρτερία στην αντιμετώπιση των καταπονήσεων, η εγκράτεια στην αντιμετώπιση των ηδονών. Όταν τα άλογα μέρη τής ψυχής επικρατούν στο λογικό, τότε γεννιέται η μαλθακότητα και η ακράτεια, η μαλθακότητα στην αποφυγή των καταπονήσεων, η ακράτεια στην ήττα μας από τις ηδονές. Όταν εξουσιάζει το καλύτερο μέρος τής ψυχής, ενώ εξουσιάζεται το χειρότερο, και ηγείται το πρώτο και έπεται το δεύτερο, ενώ αμφότερα συναινούν και ομονοούν μεταξύ τους, τότε σε όλη την ψυχή γεννιέται η αρετή και η πλήρης αγαθότητα. Όταν, πάλι, το επιθυμητικό μέρος τής ψυχής ακολουθεί το λογικό, γεννιέται η σωφροσύνη. Όταν το συναισθηματικό ακολουθεί το λογικό, γεννιέται η ανδρεία. Όταν όλα τα μέρη τής ψυχής ακολουθούν το λογικό, γεννιέται η δικαιοσύνη, επειδή αυτή είναι που διαχωρίζει μεταξύ τους όλες τις κακίες και τις αρετές τής ψυχής.

Είναι, λοιπόν, η δικαιοσύνη σαν ένα σύστημα συναρμογής των μερών τής ψυχής, και τέλεια αρετή και πανυπέρτατη, επειδή τα πάντα είναι μέσα της, ενώ τ’ άλλα αγαθά τής ψυχής δεν υφίστανται χωρίς αυτήν, γι’ αυτό και η δικαιοσύνη κατέχει μεγάλη εξουσία και μέσα στους Θεούς και μέσα στους ανθρώπους. Αυτή εδώ η αρετή, λοιπόν, συνέχει και την θεϊκή και την ανθρώπινη κοινωνία τού όλου και τού σύμπαντος. Μεταξύ των ουράνιων Θεών ονομάζεται θέμις, και μεταξύ των χθόνιων Θεών δίκη, και μεταξύ των ανθρώπων νόμος. Αυτά είναι σημεία και σύμβολα τού ότι η δικαιοσύνη είναι πανυπέρτατη αρετή, αλλά και διαφορετικά διαπιστώνεται ο λόγος, από τα παρακάτω.

Όταν, δηλαδή, ο νους τής ψυχής αστοχεί, αυτή η κατάσταση ονομάζεται αφροσύνη. Όταν αστοχεί το συναίσθημα, θρασύτητα ή δειλία. Όταν αστοχεί η επιθυμία, ακράτεια. Όταν, πάλι, ο νους αστοχεί κατ’ έλλειψη, η κατάσταση ονομάζεται αφροσύνη. Όταν αστοχεί καθ’ υπερβολή, πανουργία. Όταν το συναίσθημα αστοχεί κατ’ έλλειψη, δειλία. Όταν αστοχεί καθ’ υπερβολή, θράσος. Όταν η επιθυμία αστοχεί κατ’ έλλειψη, μισηδονία. Όταν αστοχεί καθ’ υπερβολή, ακολασία. Η συνολική συναρμογή, πάλι, που δεν γίνεται κατά την ορθή αναλογία, ονομάζεται κακία. Όταν αυτή δεν συμβαίνει εξαιτίας κάποιου λόγου, καλείται αβελτηρία. Όταν συμβαίνει εξαιτίας τού φόβου, δειλία. Όταν συμβαίνει εξαιτίας τής ηδονής, ακολασία. Όταν συμβαίνει εξαιτίας τού κέρδους, αδικία. Όταν η ψυχή συντάσσεται κατά την ορθή αναλογία ως προς την εξέταση και την κρίση, αυτή η κατάσταση καλείται φρόνηση. Όταν αυτό συμβαίνει ως προς την αντιμετώπιση […] των ηδονών, σωφροσύνη. Όταν συμβαίνει ως προς την αποτροπή από το κέρδος και από την βλάβη σε βάρος τού πλησίον, δικαιοσύνη.

Η σύνταξη τής ψυχής κατά την ορθή αναλογία και η παράβαση τής ορθής αναλογίας είναι – αντίστοιχα – κατεύθυνση προς το σωστό και απόκλιση από το σωστό. Το σωστό, πάλι, είναι αυτό που πρέπει να είναι. Δεν απαιτεί ούτε αφαίρεση ούτε πρόσθεση, διότι είναι αυτό που πρέπει να είναι. Τού μη σωστού τα είδη είναι δύο: η υπερβολή και η έλλειψη. Υπερβολή είναι το περισσότερο από το σωστό, και έλλειψη το λιγότερο, ενώ αρετή είναι η κατοχή τού σωστού, και γι’ αυτό είναι ευθέως και ακρότητα και μεσότητα. Ακρότητα, γιατί συνδέεται με το σωστό, και μεσότητα, γιατί βρίσκεται μεταξύ τής υπερβολής και τής έλλειψης. Έτσι, λοιπόν, τυγχάνουν και μεσότητες και ακρότητες. Μεσότητες, γιατί πέφτουν μεταξύ τής υπερβολής και τής έλλειψης. Ακρότητες, γιατί δεν απαιτούν ούτε πρόσθεση ούτε αφαίρεση, επειδή τούτα είναι αυτά που πρέπει να είναι.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ε΄

Ο στοχαστικός Πορφύριος – διάσημος μύστης και φιλόσοφος τού τρίτου μετά Χριστόν αιώνα – στο «Περί των προς τα νοητά αφορμών» έργο του, αναφέρεται στην Φρόνηση, την Σωφροσύνη και την Κακία (βλέπε και: Τσακνάκης Α., «Ιωάννης Στοβαίος: Περί αρετής», απόσπασμα 123, Εκδ.: Βιβλιοβάρδια, Θεσσαλονίκη, 2006):

Άλλες είναι οι αρετές τού πολιτικού, άλλες εκείνου που ανέρχεται προς την θεωρία – και γι’ αυτό λέγεται θεωρητικός – και άλλες εκείνου που ήδη είναι τέλειος θεωρητικός και ήδη θεατής, και άλλες τού νου, αυτού καθαυτόν και απαλλαγμένου από την ψυχή. Οι αρετές τού πολιτικού υπάρχουν μέσα στην μετριοπάθεια έναντι τού αλόγου, στην διάθεση να έρχονται μετά και ν’ ακολουθούν τον συλλογισμό τού καθήκοντος που σχετίζεται με τις πράξεις, γι’ αυτό και αποβλέπουν στην αβλαβή επικοινωνία με τους – λόγω συναγελασμού και επικοινωνίας – πλησίον, και λέγονται πολιτικές. Η αρετή τής φρόνησης σχετίζεται με τον λογισμό, τής ανδρείας με το θυμοειδές, τής σωφροσύνης με την ομολογία και την συμφωνία μεταξύ επιθυμητικού και λογισμού, τής δικαιοσύνης με την φροντίδα τής από κοινού ενέργειας τού καθενός απ’ αυτά, σε σχέση με το ν’ ασκεί και να υφίσταται κάποιος την εξουσία.

Οι αρετές τού θεωρητικού, που προκόπτει προς την θεωρία, βρίσκονται σε απόσταση από τα παραπάνω, γι’ αυτό και λέγονται καθάρσεις, εφόσον απέχουν από τις πράξεις τού σώματος και από τα κοινά με αυτό συναισθήματα, διότι αυτές εμφανίζονται όταν η ψυχή ανυψώνεται προς το όντως ον, ενώ οι πολιτικές αρετές κοσμούν τον θνητό άνθρωπο και είναι πρόδρομοι των καθάρσεων. Αφού ο άνθρωπος κοσμηθεί από αυτές, πρέπει προηγουμένως να σταματήσει να πράττει οτιδήποτε σε συνεργασία με το σώμα, διότι – στις καθάρσεις – η φρόνηση εμφανίζεται όταν κάποιος δεν σχηματίζει γνώμη από κοινού με το σώμα, αλλά μόνον με την ενέργεια τής ψυχής.

Η φρόνηση τελειοποιείται μέσω τής καθαρής νόησης. Σωφροσύνη είναι το να μην πάσχει η ψυχή τα ίδια με το σώμα, ενώ ανδρεία το να μην φοβάται την απομάκρυνση από το σώμα, σαν να πηγαίνει προς κάτι κενό ή μη ον. Όταν ηγείται ο λόγος και ο νους, ενώ τίποτε δεν αντιτείνει, αυτό ονομάζεται δικαιοσύνη. Η διάθεση, η σχετική με τις πολιτικές αρετές, εξετάζεται μέσα στην μετριοπάθεια, η οποία ως σκοπό έχει το να ζει κάποιος ως κατά φύση άνθρωπος. Η διάθεση, η σχετική με τις θεωρητικές αρετές, εξετάζεται μέσα στην απάθεια, σκοπός τής οποίας είναι η ομοίωση με τον Θεό.

Επειδή, όμως, κάθαρση είναι και αυτό που καθαρίζει, και αυτά που έχουν καθαριστεί, οι καθαρτικές αρετές εξετάζονται προς αμφότερα τα σημαινόμενα τής κάθαρσης, διότι και καθαρίζουν την ψυχή, και συνυπάρχουν με την καθαρισμένη ψυχή, αφού σκοπός τής διαδικασίας τής κάθαρσης είναι το αποτέλεσμα τού καθαρμού. Επειδή, όμως, η διαδικασία τής κάθαρσης και το αποτέλεσμα τού καθαρμού είναι η αφαίρεση παντός αλλοτρίου, το αγαθό θα είναι διαφορετικό από εκείνο που εκτελεί την κάθαρση. Άρα, εάν το καθαριζόμενο ήταν αγαθό πριν από την ακαθαρσία, αρκεί η κάθαρση, και η κάθαρση θα είναι αρκετή, εφόσον το καταλειπόμενο θα είναι το αγαθό και όχι η κάθαρση.

Η φύση τής ψυχής, όμως, δεν είναι το αγαθό, αλλά η δυνατότητα συμμετοχής στο αγαθό, καθώς και το αγαθοειδές, γιατί – αλλιώς – δεν θα βρισκόταν στο κακό. Το αγαθό της βρίσκεται στην συνύπαρξή της μ’ εκείνον που την γέννησε, ενώ η κακία της στα κατοπινά. Η κακία της, όμως, είναι διπλή: και η συνύπαρξή της με τα κατοπινά, και η συνύπαρξή της με την υπερβολή των παθών. Γι’ αυτό ακριβώς, λοιπόν, επειδή οι πολιτικές αρετές την απαλλάσσουν από μία κακία, θεωρήθηκαν και αρετές και πολύτιμες, ενώ οι καθαρτικές αρετές είναι πολυτιμότερες, καθώς απαλλάσσουν και από την ψυχική κακία.

Πρέπει, λοιπόν, η ψυχή να είναι καθαρμένη γιά να συνυπάρξει μ’ εκείνον που την γέννησε. Άρα, η αρετή της, μετά την επιστροφή, είναι αυτή: η αναγνώριση και η γνώση τού Όντος. Όχι, δηλαδή, ότι δεν κατέχει αυτή την αρετή, αλλά ότι δεν βλέπει τα χαρακτηριστικά της πριν από την εμφάνισή της.

Υπάρχει, όμως, και τρίτο είδος αρετών, μετά τις καθαρτικές και τις πολιτικές, όταν η ψυχή ενεργεί νοητικά. Η σοφία και η φρόνηση βρίσκονται στην θεώρηση όσων κατέχει ο νους, ενώ η δικαιοσύνη βρίσκεται στην κατά τον νου φροντίδα των προσωπικών πράξεων και στην ενέργεια την σύμφωνη με τον νου. Σωφροσύνη είναι η στροφή τής ψυχής προς το εσωτερικό, προς τον νου. Ανδρεία είναι η απάθεια, η ομοίωση προς εκείνο, το οποίο η ψυχή βλέπει να είναι από την φύση του απαθές. Αυτές οι αρετές ακολουθούν η μία την άλλη, όπως ακριβώς και οι άλλες.

Τέταρτο είδος αρετών είναι οι υποδειγματικές, που βρίσκονται στον νου και είναι ανώτερες των ψυχικών, και είναι υποδείγματα όσων είναι και ομοιώματα τής ψυχής. Νους είναι εκείνο που εμπεριέχει τα πάντα ως υποδείγματα. Επιστήμη είναι η νόηση. Σοφία είναι ο νους που γνωρίζει. Η προς αυτόν στροφή είναι η σωφροσύνη, το οικείο έργο είναι η φροντίδα γιά τις προσωπικές πράξεις, η ανδρεία είναι η ταυτότητα τής ψυχής με τον νου και η επ’ αυτού διατήρησή της στην καθαρότητα, μέσω των δυνάμεων που διαθέτει.

Έχουν φανεί, λοιπόν, τέσσερα γένη αρετών: οι αρετές τού νου, που είναι υποδειγματικές και σύμφωνες μ’ αυτόν ως προς την ουσία, και οι αρετές τής ψυχής, που ήδη βλέπει μέσα στον νου και γεμίζει απ’ αυτόν, και οι αρετές τής καθαριζόμενης – και τής ήδη καθαρισμένης από το σώμα και τ’ άλογα πάθη – ψυχής τού ανθρώπου, και οι αρετές τής ψυχής τού ανθρώπου, η οποία κοσμεί τον άνθρωπο καθορίζοντας το μέτρο τού άλογου στοιχείου και δημιουργώντας την μετριοπάθεια. Όποιος κατέχει τις μεγαλύτερες, κατ’ ανάγκη κατέχει και τις μικρότερες. Το αντίθετο δεν ισχύει. Όποιος, όμως, κατέχει τις μεγαλύτερες, δεν θα ενεργήσει προηγουμένως και σύμφωνα με τις μικρότερες – επειδή τις κατέχει – παρά μόνον κατά την κατάσταση τής γένεσής τους, διότι άλλοι είναι οι σκοποί, όπως είπαμε, και διαφορετικοί κατά το γένος τους.

 

 Αντί επιλόγου…

 

 

«Ποιοί είναι οι λόγοι που προβάλλονται από τους υπερασπιστές τού ανθρωπιστικού ιδεώδους και γιατί αυτοί τους επικαλούνται ξανά και ξανά; Κατ’ αρχήν υποδεικνύεται – και δικαιολογημένα – ότι ολόκληρος ο πολιτισμικός βίος μας, η δραστηριότητά μας, ο τρόπος με τον οποίο σκεφτόμαστε και συναισθανόμαστε, έχει τις ρίζες του στην πνευματική υπόσταση τής ευρωπαϊκής Δύσης, δηλαδή στην υπόσταση που εντοπίζουμε στην Αρχαιότητα, στης οποίας την αρχή υπάρχει η ελληνική τέχνη, η ελληνική ποίηση και η ελληνική Φιλοσοφία…».

 

Werner Karl Heisenberg (1901-1976Επιλογή ελληνόγλωσσης βιβλιογραφίας

  • Βαρβιτσιώτης Θ., Λεξικόν Αρχαίων Ελλήνων, Αθήνα, 1997.
  • Βλαστός Γ., Πλατωνικές Μελέτες, Μ. Ι. Ε. Τ., Αθήνα, 1994.
  • Βλαστός Γ., Σωκράτης: ειρωνευτής και ηθικός φιλόσοφος (ελληνική μετάφραση: Π. Καλλιγάς), Αθήνα, 1993.
  • Buchwald W. – Hohlweg A. – Prinz Ot., Tusculum – Λεξικόν, Αθανάσιος Φουρλάς, Αθήνα, 1993.
  • Burkert W., Αρχαία Ελληνική Θρησκεία, Καρδαμίτσας, Αθήνα, 1993.
  • Γράβιγγερ Π., Σαλούστιου: Περί Θεών και Κόσμου, Ιδεοθέατρον – Διμέλη, Αθήνα, 1999.
  • Δέλτα Σ., Επίκτητου Εγχειρίδιον κ.ά., Βιβλιοπωλείον τής Εστίας, Αθήνα, 2002.
  • Δεσποτόπουλος Κ., Η πολιτική φιλοσοφία τού Πλάτωνος, Αθήνα, 1957.
  • Διόδωρος Σικελιώτης – Άπαντα, Κάκτος, Αθήνα, 1997.
  • Δούκας Κ., Ομήρου Ιλιάς, Αθήνα, 1998.
  • Δούκας Κ., Ομήρου Οδύσσεια, Αθήνα, 1999.
  • Επίκουρος – Άπαντα, Κάκτος, Αθήνα, 1994.
  • Edelstein L., Ο στωικός σοφός, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2002.
  • Θεοδωρακόπουλος Ι. Ν., Εισαγωγή στον Πλάτωνα, Αθήνα, 1970.
  • Θεοδωρίδης Χ., Εισαγωγή στη Φιλοσοφία (ανατύπωση), Αθήνα, 2000.
  • Θεοδωρίδης Χ., Επίκουρος, Αθήνα, 1954.
  • Ιστορία τού Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα, 1971-1979.
  • Κάλφας Β., Πλάτων: Τίμαιος, Πόλις, Αθήνα, 1995.
  • Κοραής Α., Ισοκράτους λόγοι και επιστολαί μετά σχολίων παλαιών, Παρίσι, 1807.
  • Kroh P., Λεξικό Αρχαίων Συγγραφέων, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 1996.
  • Λέσκυ Α., Ιστορία τής Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη, 1990.
  • Λωρέντης Ν., Λεξικόν των Αρχαίων Μυθολογικών, Ιστορικών και Γεωγραφικών Κυρίων Ονομάτων, Βιέννη, 1837.
  • Long A. A., Η ελληνιστική φιλοσοφία: Στωικοί – Επικούρειοι – Σκεπτικοί, Μ. Ι. Ε. Τ., Αθήνα, 1987.
  • Μανδηλαράς Β., Ισοκράτης – Άπαντα, Κάκτος, Αθήνα, 1993.
  • Ματσούκας Ν., Ιστορία τής Φιλοσοφίας, Θεσσαλονίκη, 1993.
  • Μερακλής Μ. Γ., Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς – Η ζωή και το έργο του, Ο. Ε. Σ. Β., Αθήνα, 1966.
  • Παπαθεοδώρου Α., Πλάτωνος Τίμαιος, Πάπυρος, Αθήνα, 1956.
  • Παπανδρέου Α., Διοδώρου Σικελιώτου: Ιστορική Βιβλιοθήκη, Γεωργιάδης, Αθήνα.
  • Πλούταρχος – Ηθικά, Κάκτος, Αθήνα, 1995.
  • Rose H. J., Ιστορία τής λατινικής λογοτεχνίας – τόμος β΄, Μ. Ι. Ε. Τ., Αθήνα, 1994.
  • Σκουτερόπουλος Ν. Μ., Επίκουρος, σειρά: Στοχασμοί (12), Στιγμή, Αθήνα, 2000.
  • Στοβαίος, Κάκτος, Αθήνα, 1995.
  • Συκουτρής Ι., Πλάτωνος Συμπόσιον, Αθήνα, 1990.
  • Τσέλλερ-Νέστλε, Ιστορία τής Ελληνικής Φιλοσοφίας, Αθήνα, 2000.
  • Χριστοδούλου Ι. Σ., Επίκτητος, Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 1997.

Επιλογή ξενόγλωσσης βιβλιογραφίας

  • Amerio R., Epicuro – Epistola a Meneceo, Massime Capitali, Gnomologio Vaticano, Frammenti e testimonianze, Torino, 1957.
  • Anastasi R., I frammenti degli Stoici antichi, Padova, 1962.
  • Arrighetti G., Epicuro – Opere, Torino, 1973.
  • Attilio L. M., Plutarco e il V secolo, Istituto Editoriale Cisalpino, Milano, 1955.
  • Babut D., La religion des philosophes grecs, Paris, 1974.
  • Bailey C., Epicurus – The extant remains, Oxford, 1975.
  • Barrow R. H., Plutarch and his times, London, 1967.
  • Bignone E., Epicuro – Opere, Frammenti, Testimonianze, Bari, 1920.
  • Blass G. E. – Benselers G. E., Isokratis orationes, Editio altera stereotypa, Leipzig, 1913.
  • Bollack J. – Wissmann H., La Lettre d’ Epicure, Paris, 1971.
  • Boyancé P., Epicure, Paris, 1969.
  • Brisson L., Platon: Les mots et les mythes, Paris, 1982.
  • Brun J., Epicure et les Epicuriens, Paris, 1961.
  • Brun J., L’ épicurisme, Paris, 1959.
  • Brun J., Le Stoicisme, Paris, 1961.
  • Brun J., Les Stoiciens, Paris, 1962.
  • Burnet I., Platonis Opera, Oxonii (Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis), 1903.
  • Cloché P., Isocrate et son temps, Paris, 1963.
  • Cobet C. G., Diogenis Laertii vitae philosophorum, Paris, 1850.
  • Cornford F. M., Plato’s Cosmology, Cambridge, 1937.
  • Decharme P., La critique des traditions religieuses chez les Grecs des origines au temps de Plutarque, Paris, 1906.
  • Desideri A., Storia e storiografia, G. D’ Anna, Milano, 1989.
  • Diano C., Epicuri Ethica, Firenze, 1946.
  • Disertori B., Il messagio del Timeo, Padova, 1965.
  • Dobson J. F., The Greek Orators, London, 1919.
  • Drerup E., Isokratis opera omnia, Leipzig, 1906.
  • Farrington B., The faith of Epicurus, London, 1967.
  • Festa N., I frammenti degli Stoici antichi, Bari, 1935.
  • Field G. C., The Philosophy of Plato, Oxford, 1949.
  • Findlay J. N., Plato: The Written and Unwritten Doctrines, London, 1974.
  • Guthrie W. K. C., A History of Greek Philosophy, vol. IV, Cambridge, 1975.
  • Hardie W. F. R., A Study in Plato, Oxford, 1936.
  • Innocenti P., Epicuro, Firenze, 1975.
  • Isnardi Parente M., Opere di Epicuro, Classici U. T. E. T., Torino, 1974.
  • Jebb R. C., The Attic Orators From Antiphon to Isaios, New York, 1962.
  • Kahn C. H., Plato and the Socratic Dialogue, Cambridge, 1996.
  • Lexicon Plutarcheum, Leipzig, 1843.
  • Long A. A., Hellenistic Philosophy, London, 1974.
  • Massa Positano L., Epicurea, Catania, 1970.
  • Mates B., Stoic Logic, University of California Press, 1953.
  • Mathieu G. – Bremond E., Isocrate discours: Texte établi et traduit, Paris, 1928-1986.
  • Nock A. D., Sallustius, England, 1966.
  • Oakesmith J., The Religion of Plutarch, London.
  • Oates W. J., The Stoic and Epicurean Philosophers, New York, 1940.
  • Panichas G. A., Epicurus, New York, 1967.
  • Paratore E., L’ epicureismo e la sua diffusione nel mondo latino, Roma, 1960.
  • Pesce D., Il pensiero stoico ed epicureo, Firenze, 1958.
  • Pujana Arza J. J., Politeia, Klasikoak S. A., Bilbo, 1993.
  • Resta G., Le epitomi di Plutarco nel quattrocento, Antenore, Padova, 1962.
  • Rist J. M., Epicure – An Introduction, Cambridge, 1972.
  • Rist J. M., Stoic Philosophy, Cambridge, 1969.
  • Rodis – Lewis G., Epicure et son école, Paris, 1976.
  • Ross D., Plato’s Theory of Ideas, Oxford, 1951.
  • Shapiro H. – Curley E. M., Hellenistic Philosophy – Selected Readings in Epicureanism, Stoicism etc., New York, 1965.
  • Skemp J. B., Plato, Oxford, 1976.
  • Solmsen F., Plato’s Theology, New York, 1942.
  • Solovine M., Epicure – Doctrines et Maximes, Paris, 1925.
  • Stadter P. A., Plutarch and the Historical Tradition, Routledge, London, 1992.
  • Taylor A. E., Plato, London, 1949.
  • Taylor A. E., Plato: The Man and his Work, London, 1952.
  • Unamuno M. de, Amor y Pedagogía, Alianza Editorial, Madrid, 1997.
  • Usher S., Greek Oratory: Tradition and Originality, Oxford, 1999.
  • Vlastos G., Plato’s Universe, Oxford, 1975.
  • Vlastos G., Socratic Studies, Cambridge, 1994.

Διαδικτυακή πηγή

http://www.usu.edu/~history/plout.html

(Διαδικτυακό περιοδικό τής Διεθνούς Εταιρείας Πλουταρχιστών)

.

.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: