h1

ΒΙΒΛΙΟ – ΗΡΑΚΛΗΣ, Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΗΜΙΘΕΟΣ

06/04/2013

.

1 ΑΘΛΟΣ ΤΟ ΛΕΟΝΤΑΡΙ ΤΗΣ ΝΕΜΕΑΣ

.

Α’ ΜΕΡΟΣ

.

ΗΡΑΚΛΗΣ ο Έλληνας Ημίθεος

 

Ο βίος και τα έργα τού πολύφημου ήρωα μέσα από τις πηγές τής ελληνικής μυθολογικής παράδοσης

Αθανάσιος Α. Τσακνάκης

Θεσσαλονίκη  2006

Στον Γεώργιο και στον Φίλιππο.

Α. Τ.

«Αυτά, που ο νέος εντυπώνει στον νου του από μικρός,

συνήθως αποβάλλονται δύσκολα και δεν μεταβάλλονται».

Πλάτων, Πολιτεία.

Μέρος Α΄

Εισαγωγικά στοιχεία

«Δεν αγνοώ ότι όσοι εξιστορούν αρχαίες μυθολογίες συναντούν πολλές δυσκολίες, και μάλιστα στα θέματα που αφορούν τον Ηρακλή, επειδή παραδίδεται ότι – ως προς το μέγεθος των έργων – αυτός ομολογουμένως ξεπέρασε όλους όσους η μνήμη διασώζει από αιώνες, οπότε είναι δυσέφικτη η περιγραφή τής κάθε πράξης σύμφωνα με την αξία της, καθώς και η εξίσωση τού λόγου με τέτοια έργα, γιά των οποίων το μέγεθος ήταν έπαθλο η αθανασία. Επιπλέον, λόγω τής αρχαιότητας και τής παραδοξότητας των εξιστορουμένων, οι περισσότεροι δεν πιστεύουν στους μύθους, οπότε είναι αναγκαίο ή να παραλείψουμε τις μέγιστες πράξεις, αφαιρώντας κάτι από την δόξα τού Θεού, ή όλα να τα αναφέρουμε και να καταστήσουμε απίστευτη την ιστορία, διότι μερικοί αναγνώστες – χρησιμοποιώντας άδικη κρίση – επιζητούν στις αρχαίες μυθολογίες την ίδια ακρίβεια μ’ εκείνη των σύγχρονων πράξεων, κρίνουν τα αμφίβολα γιά το μέγεθός τους έργα μέσα από τον προσωπικό τους βίο και εξετάζουν την δύναμη τού Ηρακλή μέσα από την ασθένεια των σημερινών ανθρώπων, οπότε δεν πιστεύουν στα γραφόμενα, λόγω τού υπερβολικού μεγέθους των έργων εφόσον, γενικά, στις εξιστορήσεις τής μυθολογίας κατά κανέναν τρόπο δεν πρέπει ν’ αναζητείται με αυστηρότητα η αλήθεια, όπως και στα θέατρα όπου, αν και είμαστε πεπεισμένοι ότι ούτε διφυείς Κένταυροι υπάρχουν, αποτελούμενοι από ετερογενή σώματα, ούτε τρισώματος Γηρυόνης, ωστόσο αποδεχόμαστε αυτά τα μυθολογήματα και συναυξάνουμε την τιμή προς τον Θεό με τις επιδοκιμασίες μας, και εξάλλου θα ήταν άτοπο, ενώ ο Ηρακλής, ευρισκόμενος ακόμη μεταξύ των ανθρώπων, με τις δικές του καταπονήσεις εξημέρωνε την οικουμένη, οι άνθρωποι να λησμονούν την προς όλους ευεργεσία του, να συκοφαντούν τον έπαινο γιά τα ωραιότερα έργα του και – παρά το ότι οι πρόγονοί μας, με κοινή συμφωνία, τού αναγνώρισαν την αθανασία λόγω τής πολύ μεγάλης αρετής του – εμείς να μην διαφυλάττουμε ούτε την πατροπαράδοτη ευσέβεια έναντι τού Θεού».

Διόδωρος ο Σικελιώτης,

Ιστορική Βιβλιοθήκη,

Η Τετάρτη Βίβλος.

Πρόλογος

Κανενός άλλου μυθολογικού ήρωα η προσωπικότητα, ο χαρακτήρας και η δράση δεν ταυτίστηκε στενότερα, πληρέστερα και επιτυχέστερα με τον Ελληνισμό, όσο η ασύγκριτη δράση, ο ισχυρός χαρακτήρας και η δυναμική προσωπικότητα τού Ημίθεου Ηρακλή, τού εκλεκτού και πολυαγαπημένου γιού τού μεγάλου Δία και τής όμορφης Αλκμήνης. Από τους πανάρχαιους χρόνους μέχρι και τους καιρούς μας, σε ολόκληρη σχεδόν την οικουμένη, σε κάθε γωνιά τού πολιτισμένου κόσμου, σε κάθε τόπο που κάποτε δέχτηκε την επίσκεψη των Ελλήνων, ο ηρωικός Ηρακλής πάντοτε αντικατοπτρίζει τον γνήσιο, τον αυθεντικό Έλληνα κάθε εποχής, αντανακλά τα προτερήματα και τα ελαττώματα τού ελληνικού γένους, εκπροσωπεί κάθε μακροχρόνιο μεγαλείο και κάθε προσωρινή παρακμή τού έθνους των Ελλήνων, αντιπροσωπεύει το ήθος, το ύφος, το σθένος, το πείσμα, το πάθος, την ρώμη και την αλκή τού γίγαντα Ελληνισμού και συγκεντρώνει στο «θεανθρώπινο» πρόσωπό του την ελληνική ιδιοσυγκρασία, την πεμπτουσία τής «ελληνικότητας».

Μήπως θα ήταν, όμως, «υπερβολή» να λέγαμε ότι στο πρόσωπο κάθε πραγματικού Έλληνα οι μορφωμένοι ξένοι εξακολουθούν ν’ αναγνωρίζουν έναν ακόμη Ηρακλή; Μήπως θ’ αποτελούσε, ίσως, «φαντασιοπληξία» να ομολογούσαμε ότι στον βίο κάθε αληθινού Έλληνα οι καλλιεργημένοι αλλοδαποί βλέπουν πάντοτε τον βίο ενός μικρού ή ενός μεγάλου Ηρακλή; Μήπως, τέλος, θα παραλογιζόμασταν εάν επιμέναμε ότι κάθε καθαρός Έλληνας είναι όντως ένας γιός τού μεγάλου ήρωα, ένας απόγονος που ζει, κινείται, σκέφτεται, προβληματίζεται, ελίσσεται και ενεργεί κατά το πρότυπο τού ένδοξου πατέρα του; Ας επιτρέψουμε, όμως, στον σοφό μυθολόγο Διόδωρο τον Σικελιώτη να μας δώσει ορισμένες έγκυρες απαντήσεις.

Εισαγωγή

Διόδωρος ο Σικελιώτης

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης γεννήθηκε στο Αγύριο τής Σικελίας, στην ευκλεή Μεγάλη Ελλάδα, γύρω στα 90 π.Χ. Γιά την ζωή του δεν διαθέτουμε πολλά στοιχεία. Μοναδική πηγή βιογραφικών πληροφοριών είναι τα βιβλία του. Γνωρίζουμε ότι εκτός από την μητρική γλώσσα του, την ελληνική, είχε διδαχτεί και την λατινική, επειδή η πόλη του είχε εκτεταμένες πολιτιστικές και οικονομικές συναλλαγές με τους Ρωμαίους, ενώ ο ίδιος επισκέφτηκε επανειλημμένα την ακμάζουσα Ρώμη, όπου συνέλεξε πολύτιμο υλικό – ελληνόγλωσσο και λατινόγλωσσο – γιά το συγγραφικό έργο του.

Κατά την 180ή Ολυμπιάδα (60-56 π.Χ.), σύμφωνα με προσωπική μαρτυρία του, βρισκόταν στην Αθήνα γιά σπουδές. Στην Αίγυπτο παρέμεινε επί τρία έτη, συναναστρεφόμενος τους ιερείς τής χώρας και μελετώντας διεξοδικά τις τοπικές παραδόσεις, τους θρύλους, τα ήθη και τα έθιμα. Επίσης, γιά μεγάλο χρονικό διάστημα – το οποίο αγγίζει τα τριάντα έτη – ταξίδευε στις τότε γνωστότερες πόλεις τής Ευρώπης και τής Ασίας, επισκεπτόμενος βιβλιοθήκες, ερευνώντας αρχεία και συγκεντρώνοντας χρήσιμες πληροφορίες γιά το σύγγραμμά του.

Ο θάνατός του πρέπει να επήλθε μεταξύ τού 30 και 31 π.Χ. και να οφειλόταν σε φυσικά αίτια.

«Ιστορική Βιβλιοθήκη»

Το μοναδικό σωζόμενο έργο τού Διοδώρου είναι η «Ιστορική Βιβλιοθήκη», ένα είδος «χρονογραφίας» ή «παγκόσμιας ιστορίας», η οποία αρχίζει από τα πρώιμα μυθικά χρόνια – την εποχή των Θεών, των ημιθέων και των ηρώων – και φτάνει μέχρι την εποχή τής περιπετειώδους κατάληψης τής Μεγάλης Βρετανίας από τον Ιούλιο Καίσαρα και τα στρατεύματά του, στα 54 π.Χ. Το σύγγραμμα αποτελείται από σαράντα βιβλία. Ο ίδιος ο συγγραφέας το είχε χωρίσει σε τρία μέρη: (α) βιβλία 1 έως 6, τα χρόνια πριν από τον Τρωικό Πόλεμο, (β) βιβλία 7 έως 17, τα χρόνια από τον Τρωικό Πόλεμο έως τον θάνατο τού Μεγάλου Αλεξάνδρου και (γ) βιβλία 18 έως 40, τα γεγονότα μέχρι την εκστρατεία τού Ιουλίου Καίσαρα.

Αναλυτικότερα, το πρώτο βιβλίο αναφέρεται στην Αίγυπτο, το δεύτερο στην Ασσυρία, την Ινδία, την Σκυθία, την Αραβία και τα νησιά τού Ωκεανού, το τρίτο στην Αιθιοπία, τις Αμαζόνες τής Αφρικής, τους κατοίκους των παραλίων τού Ατλαντικού και την γένεση των πρώτων Θεών, το τέταρτο στην ελληνική μυθολογία, το πέμπτο στους λαούς τής Δύσης και τα ελληνικά νησιά. Τα βιβλία από το έκτο μέχρι και το δέκατο σώζονται σε αποσπασματική μορφή και περιλαμβάνουν τα γεγονότα από τον Τρωικό Πόλεμο μέχρι το 480 π.Χ. Τα επόμενα δέκα βιβλία (11-20) περιέχουν πληροφορίες γιά την περίοδο από το 480 έως το 302 π.Χ. Από τα τελευταία είκοσι βιβλία σώζονται επίσης μόνον αποσπάσματα, τα οποία αναφέρονται στην περίοδο από το 301 μέχρι περίπου το 54 π.Χ.

Πηγές τού Διοδώρου υπήρξαν τα έργα των ιστορικών Εφόρου και Απολλοδώρου, των γεωγράφων Αγαθαρχίδη και Αρτεμιδώρου, τού μυθολόγου Διονυσίου τού Σκυτοβραχίονα, τού αιγυπτιολόγου Εκαταίου τού Αβδηρίτη και τού ασσυριολόγου Κτησία. Επίσης χρησιμοποίησε τα συγγράμματα τού Ηροδότου, τού Θεοπόμπου, τού Αναξιμένη τού Λαμψακηνού, τού Καλλισθένη, τού Δημοφίλου, τού Κλειτάρχου, τού Ιερωνύμου, τού Τιμαίου, τού Αντιόχου, τού Ερμεία, τού Μηνοδότου, τού Πολυβίου και αρκετών άλλων. Σημαντικές πληροφορίες άντλησε και από Λατίνους συγγραφείς όπως ο Φάβιος Πίκτωρ, ο Καλπούρνιος Πίσσων και ο Κάσσιος Εμίνας.

Παρά τις «αστοχίες» και τις «λανθασμένες εκτιμήσεις» που διάφοροι ερευνητές – δικαίως ή αδίκως – εντοπίζουν στο σύνολο τού έργου τού Διοδώρου, κανείς δεν θα μπορούσε να αρνηθεί την μεγάλη αξία τού αποτελέσματος, ούτε να αποφύγει τον έπαινο προς τον ακαταπόνητο συγγραφέα, ο οποίος υπεβλήθη σε κοπιαστικές μελέτες προκειμένου να διασώσει δυσεύρετα και πολύτιμα ιστορικά και μυθολογικά στοιχεία.

«Η Τετάρτη Βίβλος»

Το κατά σειρά τέταρτο βιβλίο τού Διοδώρου – «Η Τετάρτη Βίβλος» – είναι ένα πανόραμα τής ελληνικής μυθολογίας. Στις σελίδες του συναντούμε τον Διόνυσο, τον Πρίαπο, τον Ερμαφρόδιτο και τις Μούσες, επίσης διαβάζουμε γιά τον Ηρακλή και τους άθλους του, μαθαίνουμε γιά τους Αργοναύτες, τους Επτά επί Θήβας, τους Κενταύρους και τις θυγατέρες τού Ασωπού, επιπλέον πληροφορούμαστε γιά την δράση τού Θησέα, τού Πέλοπα, τού Ταντάλου, τού Δαρδάνου και τής Νιόβης, ενώ γνωρίζουμε τον Αρισταίο, τον Ωρίωνα, τον Μίνωα και τον Μινώταυρο.

Σημαντικός κρίνεται ο πρόλογος τού έργου, στον οποίον ο συγγραφέας εκθέτει τις δυσκολίες και τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι μυθολόγοι τόσο κατά την συλλογή και ταξινόμηση τού υλικού τους, όσο και κατά την επεξεργασία και τελική διαμόρφωσή του. Αξιόλογες είναι και οι απόψεις τού Διοδώρου σχετικά με αυτό καθ’ αυτό το αντικείμενο τής μυθολογίας, δηλαδή τις Θεές και τους Θεούς, τις ηρωίδες και τους ήρωες των μύθων.

Η «Τετάρτη Βίβλος» αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον και συναρπαστικό ανάγνωσμα, γραμμένο με υπευθυνότητα και σοβαρότητα. Τα ογδόντα πέντε κεφάλαιά του μάς ξεναγούν στον μαγευτικό κόσμο τής ελληνικής μυθολογίας, διαφωτίζοντας, εμπνέοντας και ξεκουράζοντας τον αναγνώστη.

Μύθοι και μυθολογία

Η πρωταρχική σημασία τού όρου «μύθος» ήταν «λόγος, ομιλία, αγόρευση, απόφθεγμα» ή «διήγηση». Με την έννοια τού «αληθούς λόγου» ή τής «αληθινής διήγησης» εμφανίζεται ο περίφημος «μύθος» τής χαμένης Ατλαντίδας στον «Τίμαιο» τού Πλάτωνα.

Αργότερα «μύθος» ονομάστηκε ο «αλληγορικός, απόκρυφος» ή «συγκεκαλυμμένος» λόγος. Με την έννοια τού «απόκρυφου» ή «αλληγορικού λόγου» εμφανίζεται στο «Περί Ίσιδος και Οσίριδος» έργο τού Πλουτάρχου ο «μύθος» τής σχέσης των δύο Αιγυπτίων Θεών.

Το αλληγορικό ή συμβολικό περιεχόμενο ενός μύθου δεν γίνεται πάντοτε – ή αμέσως ή επιτυχώς – αντιληπτό. Σε αυτή την περίπτωση, στους αποδέκτες (αναγνώστες ή ακροατές ή θεατές) τού μύθου, οι οποίοι εκλαμβάνουν ως «πραγματικά» γεγονότα τα «αλληγορικά» νοήματα, εμφανίζεται ένα είδος «σύγχυσης εννοιών». Με αυτό το φαινόμενο ασχολείται και η «Περί Θυσιών» χλευαστική πραγματεία τού Λουκιανού, ενώ προς την αντίθετη κατεύθυνση κινείται ο φιλόσοφος Σαλούστιος, στο «Περί Θεών και Κόσμου» σύγγραμμά του, όπου επιχειρεί να αναδείξει το βαθύτερο, φιλοσοφικό και ξεχασμένο ή παρεξηγημένο νόημα των μύθων.

Στην εποχή μας η λέξη «μύθος» συγχέεται – δυστυχώς και αδίκως – με την λέξη «παραμύθι», οπότε δηλώνει την «φανταστική διήγηση». Στην «Τετάρτη Βίβλο», κατά τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, «μύθος» καλείται ο θρύλος, ένα είδος «αλληγορικού» λόγου, ο οποίος έχει ιστορικό υπόβαθρο και ενίοτε διδακτικό χαρακτήρα.

«Μυθολογία», εξάλλου, ονομάζεται ένα σύνολο μύθων ή μυθικών παραδόσεων, είτε προφορικών είτε καταγεγραμμένων. «Ελληνική μυθολογία» είναι η συλλογή των μυθικών παραδόσεων τού ελληνικού έθνους. Η «ελληνική μυθολογία» είναι μία από τις αρχαιότερες, πλουσιότερες και διδακτικότερες τού πλανήτη μας.

Τα χωρία τού Διοδώρου

Στις σελίδες τού ανά χείρας βιβλίου φιλοξενούνται εκτενή αποσπάσματα τής «Τετάρτης Βίβλου», τα οποία σχετίζονται άμεσα με τον βίο και την δράση τού Ηρακλή. Η νεοελληνική μετάφραση των εν λόγω χωρίων, τυπωμένη σε πλαγιογραφή (italics), στηρίχτηκε στο στερεότυπο αρχαιοελληνικό κείμενο των περίφημων εκδόσεων τής Οξφόρδης (Oxford Classical Texts). Σκοπός της ήταν – στο μέτρο τού ευλόγως δυνατού – να διατηρήσει την βασική ορολογία, να διασώσει την αφηγηματική δομή και να διαφυλάξει την επικοινωνιακή ποιότητα τού αρχαίου κειμένου, χωρίς να προδίδει τις ανεξάντλητες εκφραστικές και συντακτικές δυνατότητες τής νεοελληνικής γλώσσας.

Διευκρίνιση

Σ’ αυτό το σημείο κρίνεται σκόπιμη η διευκρίνιση των παρακάτω στοιχείων: τα αποσπάσματα τού αρχαίου κειμένου τού Διοδώρου τού Σικελιώτη, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στην παρούσα έκδοση, «μεταφράστηκαν» στην νέα ελληνική γλώσσα, δηλαδή οι «φράσεις» τής αρχαίας ελληνικής μετατράπηκαν σε «φράσεις» τής νεοελληνικής γλώσσας. Το αρχαίο κείμενο, λοιπόν, δεν «μεταγλωττίστηκε» (διότι κινηθήκαμε στα πλαίσια τής ίδιας γλώσσας, τής ελληνικής, αντιμετωπίζοντας δύο μορφές της που διαφέρουν λόγω τού χρόνου, κατά τον οποίον αναπτύχθηκαν), ούτε «αποδόθηκε» (αφού «αποδίδουμε» ένα νόημα και όχι μία γλώσσα), ούτε «ερμηνεύτηκε» (επειδή κανενός τύπου διευκρίνιση ή ανάλυση ή επεξήγηση ή σχολιασμός δεν εντάχθηκε στο κείμενο τής νεοελληνικής μετάφρασης).

Το τελικό αποτέλεσμα τής προσπάθειας θα κριθεί από τις αναγνώστριες και τους αναγνώστες τού βιβλίου, των οποίων οι καλοπροαίρετες παρατηρήσεις θα είναι πάντοτε ευπρόσδεκτες.

Αθανάσιος Α. Τσακνάκης

Καμίνι Άγρας, Λέσβος

Άνοιξη τού 2006

Μέρος Β΄

Ο βίος και τα έργα τού Ηρακλή

Ηρακλής  ο Έλληνας Ημίθεος

Κεφάλαιο Πρώτο

Η γέννηση τού γιού τού Θεού

Η γενεαλογία τού Ηρακλή, καθώς και η ίδια η διαδικασία τής σύλληψης και τής γέννησής του από την όμορφη Αλκμήνη, είναι γεγονότα αντάξια τής παγκόσμιας φήμης, που αργότερα απέκτησε ο ήρωας, τόσο μεταξύ των Ελλήνων, όσο και μεταξύ πολλών άλλων εθνών. Ας παρακολουθήσουμε τις σημαντικές πληροφορίες που διασώζει ο σοφός Σικελιώτης οδηγός μας: από την Δανάη τού Ακρισίου, λοιπόν, και τον Δία λένε ότι γεννήθηκε ο Περσεύς, με τον οποίον έσμιξε η Ανδρομέδα τού Κηφέα και γέννησε τον Ηλεκτρύωνα, τον οποίον παντρεύτηκε η Ευρυδίκη τού Πέλοπα και απόκτησαν την Αλκμήνη, με την οποία έσμιξε ο Δίας – κατόπιν απάτης – και γέννησε τον Ηρακλή, που ακέραια η ρίζα τού γένους του, και από τους δύο γονείς του, κατά τον τρόπο που προαναφέραμε λέγεται ότι ανάγεται στον μέγιστο των Θεών, ενώ η αρετή, που γεννήθηκε μέσα του, δεν έγινε αντιληπτή μόνον από τις πράξεις του, αλλά ήταν γνωστή και πριν από την γέννησή του, αφού ο Δίας, προκειμένου να σμίξει με την Αλκμήνη, έκανε τριπλάσια την νύχτα, ενώ η μεγάλη χρονική διάρκεια, που αναλώθηκε στην παιδοποιία, προσήμανε την υπερβολική ρώμη τού παιδιού που θα γεννιόταν.

Αυτός ο θαυματουργικός – υπερφυσικός – τριπλασιασμός τής νύχτας καθιστά εξαρχής προφανή την ιερή επιθυμία τού Πατέρα των Θεών και των ανθρώπων: ο μέγας Δίας απέβλεπε στην γέννηση ενός ξεχωριστού παιδιού, το οποίο θα ήταν προικισμένο με ιδιαίτερα χαρίσματα, θα επιτελούσε μεγάλα κατορθώματα προς όφελος ολόκληρης τής ανθρωπότητας και θα λύτρωνε πολλούς λαούς από μεγάλα βάσανα και από δυσεπίλυτα προβλήματα.

Το φιλάνθρωπο σχέδιο τού Δία τονίζεται και από τον Διόδωρο, ο οποίος μάς διαβεβαιώνει ότι ο Δίας δεν προχώρησε σ’ αυτή την συνουσία από ερωτική επιθυμία, όπως έκανε με τις άλλες γυναίκες, αλλά περισσότερο προς χάρη τής παιδοποιίας, ενώ αλλού σημειώνει ότι κάτι πολύ ιδιαίτερο, όμως, συνέβη και κατά την γένεση αυτού τού Θεού: η πρώτη θνητή γυναίκα, λοιπόν, με την οποία έσμιξε ο Ζεύς, ήταν η Νιόβη τού Φορωνέα, ενώ τελευταία ήταν η Αλκμήνη, γιά την οποία οι μυθογράφοι λένε ότι ανήκε στην δέκατη έκτη γενιά απογόνων τής Νιόβης. Ο Δίας, λοιπόν, άρχισε να γεννά ανθρώπους από τους προγόνους τής Αλκμήνης, ενώ σταμάτησε με την ίδια. Μετά απ’ αυτήν, έπαψε να συνουσιάζεται με θνητές, και στους κατοπινούς χρόνους, επειδή δεν έλπιζε ότι θα γεννούσε κάποιον απόγονο αντάξιο των προηγουμένων, δεν θέλησε στα καλύτερα να προσθέσει τα χειρότερα.

Αφού, λοιπόν, παρήλθε ο φυσιολογικά προβλεπόμενος χρόνος εγκυμοσύνης τής Αλκμήνης, ο Δίας – έχοντας τον νου του συνεχώς προσηλωμένο στην γέννηση τού ξεχωριστού παιδιού του – υπερήφανα προανήγγειλε ενώπιον όλων των Ολύμπιων Θεών ότι ο γιός του, που εκείνη την ημέρα θα γεννιόταν, θα γινόταν βασιλιάς τής ένδοξης γενιάς τού ήρωα Περσέα. Η Ήρα, όμως, πνιγμένη από ζήλια, ζήτησε την συνδρομή τής Θεάς Αρτέμιδας, τής αγαπημένης θυγατέρας της, που επιβλέπει και διευκολύνει τους τοκετούς των γυναικών, γιά να καθυστερήσει τις ωδίνες τής Αλκμήνης και να προκαλέσει την πρόωρη, αλλά ασφαλή, γέννηση τού Ευρυσθέα, γιά τον οποίον η Ήρα κρατούσε καλά φυλαγμένο τον βασιλικό θρόνο τού Περσέα.

Ωστόσο, ο παντογνώστης Δίας αντιλήφθηκε τις ύπουλες κινήσεις τής ζηλόφθονης συζύγου του και προετοιμάστηκε κατάλληλα: τότε ο Δίας, που καταστρατηγήθηκε, θέλησε και την υπόσχεσή του να επιβεβαιώσει και να προνοήσει γιά την δόξα τού Ηρακλή, γι’ αυτό και λένε ότι έπεισε την Ήρα να επιτρέψει να γίνει βασιλιάς ο Ευρυσθεύς, σύμφωνα με την υπόσχεσή του, ενώ ο Ηρακλής να υπηρετήσει τον Ευρυσθέα, να τελέσει δώδεκα άθλους – όποιους προστάξει ο Ευρυσθεύς – και, αφού το κάνει, να κερδίσει την αθανασία.

Μετά τον αργοπορημένο τοκετό της, η Αλκμήνη, συναισθανόμενη την ζηλοτυπία τής Ήρας και φοβούμενη τις συνέπειες τής οργής τής πανίσχυρης Θεάς, αποφάσισε ν’ αφήσει έκθετο το νεογέννητο βρέφος. Το εγκατέλειψε, λοιπόν, στον τόπο που αργότερα, εξαιτίας τού ίδιου τού Ηρακλή, θα ονομαζόταν Ηράκλειο Πεδίο. Αυτή η κίνηση απελπισίας δεν ξέφυγε από την προσοχή τής Παρθένου Αθηνάς – τής θεϊκής Πρόνοιας και Σοφίας – η οποία, στην συνέχεια, θα στεκόταν πάντοτε στο πλευρό τού ήρωα, προστατεύοντας, ενθαρρύνοντας και καθοδηγώντας τον. Ο Διόδωρος αφηγείται: τότε πλησίασε η Αθηνά μαζί με την Ήρα, θαύμασε την φυσική κατάσταση τού παιδιού, έπεισε την Ήρα να του προσφέρει την θηλή της αλλά – επειδή το παιδί άρπαξε την θηλή πιό βίαια, απ’ όσο άρμοζε στην ηλικία του – η Ήρα πόνεσε και έρριξε το βρέφος, οπότε η Αθηνά το μετέφερε στην μητέρα του και την παρακάλεσε να το θρέψει. Δικαιολογημένα θ’ απορούσε κανείς με την παράδοξη περιπέτεια: η μητέρα, που όφειλε να στέργει το δικό της παιδί, το εξόντωνε, ενώ η μητριά, που το μισούσε, από άγνοια έσωζε τον φυσικό εχθρό της.

Κεφάλαιο Δεύτερο

Από την παιδική στην εφηβική ηλικία

Ο μικρός Ηρακλής βρέθηκε ξανά στην αγκαλιά τής μητέρας του, αλλά η Ήρα δεν είχε παραιτηθεί από τα ύπουλα και πονηρά σχέδιά της. Κάποιο βράδυ, λοιπόν, απέστειλε δύο δράκοντες γιά να εξοντώσουν το βρέφος, αλλά δεν κατάφερε να τρομοκρατήσει το ρωμαλέο αγόρι. Ο πραγματικά ατρόμητος Ηρακλής με το κάθε χέρι του έσφιξε τον αυχένα καθενός δράκοντα και τους απέπνιξε. Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να προσθέσουμε μία λεπτομέρεια, η οποία συνδέει την εξόντωση των τεράστιων φιδιών με το όνομα τού ήρωα: γι’ αυτόν τον λόγο, όταν οι Αργείοι πληροφορήθηκαν το γεγονός, ενώ πρωτύτερα ονομαζόταν Αλκαίος, τον ονόμασαν Ηρακλή, επειδή κέρδισε το κλέος του εξαιτίας τής Ήρας. Στ’ άλλα παιδιά δίνουν όνομα οι γονείς, αλλά μόνον σ’ αυτό έδωσε η αρετή του.

Κατόπιν, ο νεαρός Ηρακλής ανατράφηκε με μεγάλη φροντίδα, έλαβε επιμελημένη μόρφωση και προσεκτικά ασκήθηκε στην γυμναστική και στην χρήση των όπλων. Υπερείχε στην σωματική ρώμη έναντι όλων των άλλων και ήταν περιβόητος γιά την ψυχική λαμπρότητά του, ενώ, όντας έφηβος στην ηλικία, οργάνωσε στρατιωτική επιχείρηση και ελευθέρωσε την Θήβα, εκφράζοντας στους Θηβαίους την ευγνωμοσύνη του. Μέχρι την επέμβαση τού ήρωα, οι Θηβαίοι ήταν υποταγμένοι στον Εργίνο, βασιλιά των Μινυών, και κατ’ έτος τού κατέβαλλαν καθορισμένο φόρο. Ο Ηρακλής, όμως, χωρίς να φοβηθεί την εμφανή στρατιωτική υπεροχή των κατακτητών τής Θήβας, τόλμησε να επιτελέσει μία περιβόητη πράξη: ακρωτηρίασε και έδιωξε από την πόλη τους απεσταλμένους των Μινυών που απαίτησαν τους δασμούς και υβριστικά τους εισέπρατταν.

Στην συνέχεια, ο βασιλιάς Εργίνος εξοργίστηκε και απαίτησε την άμεση και υποδειγματική τιμωρία τού θρασύτατου νεαρού επαναστάτη, και ο βασιλιάς Κρέων των Θηβαίων, πιεσμένος από το βάρος τού εξουσιαστή, ήταν έτοιμος να εκδώσει τον αίτιο των εγκλημάτων. Ο Ηρακλής, όμως, έπεισε τους συνομηλίκους του να ελευθερώσουν την πατρίδα τους και απέσπασε από τους ναούς τις καρφωμένες πανοπλίες, τις οποίες – ως λάφυρα πολέμου – οι πρόγονοι είχαν αφιερώσει στους Θεούς. Μέσα στην πόλη δεν ήταν δυνατόν να βρει ιδιόκτητα όπλα, επειδή οι Μινύες είχαν παροπλίσει την πόλη ώστε οι κάτοικοι των Θηβών να μην διανοηθούν να προβούν σε καμμία στάση. Ο Ηρακλής πληροφορήθηκε ότι ο βασιλιάς Εργίνος των Μινυών πλησίαζε στην πόλη μαζί με στρατιώτες, και τον συνάντησε σ’ ένα στενό μέρος, αχρηστεύοντας το μέγεθος τής δύναμης των εχθρών. Σκότωσε τον Εργίνο, φόνευσε σχεδόν όλους όσους ήταν μαζί του και αιφνιδιαστικά έπεσε επάνω στην πόλη των Ορχομενίων, διαπέρασε τις πύλες, έκαψε τ’ ανάκτορα των Μινυών και κατέσκαψε την πόλη. Η πράξη του έγινε περιβόητη σε όλη την Ελλάδα και όλοι θαύμαζαν το παράδοξο γεγονός, ενώ ο βασιλιάς Κρέων, που θαύμασε την αρετή τού νεαρού, τού έδωσε σύζυγο την θυγατέρα του, Μεγάρα, και – σαν να ήταν γνήσιος γιός του – τού ανέθεσε τις υποθέσεις τής πόλης.

Κεφάλαιο Τρίτο

Ηρακλής και Ευρυσθεύς

Στο μεταξύ, ο Ευρυσθεύς, που ήταν βασιλιάς τής Αργολίδας και έβλεπε με καχυποψία την αύξηση τής ισχύος τού Ηρακλή, αποφάσισε να αντιδράσει άμεσα. Κάλεσε, λοιπόν, τον ήρωα στα ανάκτορά του και περιφρονητικά τον πρόσταξε να εκτελέσει μία σειρά από δύσκολους άθλους, σύμφωνα με το σχέδιο τού Πατέρα Δία. Ο Ηρακλής, όμως, δεν υπάκουσε και ο Ζευς έστειλε να τον διατάξουν να υπηρετήσει τον Ευρυσθέα, οπότε ο Ηρακλής πήγε στους Δελφούς, ρώτησε γι’ αυτά τον Θεό και έλαβε χρησμό που δήλωνε ότι στους Θεούς φαινόταν καλό να εκτελέσει δώδεκα άθλους – με προσταγή τού Ευρυσθέα – και, αφού το κάνει, να κερδίσει την αθανασία.

Ο αδιαμφισβήτητος χρησμός τού Θεού Απόλλωνα έρριξε τον Ηρακλή σε βαθιά δυσθυμία, επειδή έκρινε εντελώς ανάξιο τής δικής του αρετής το να δουλεύει σ’ έναν κατώτερό του, αλλά του φαινόταν και ασύμφορο και αδύνατο να μην υπακούσει στον πατέρα Δία. Η Ήρα, τότε, προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την δυσάρεστη κατάσταση και, καθώς ο Ηρακλής ολοένα και περισσότερο μελαγχολούσε, τού έστειλε λύσσα κ’ εκείνος – με την ψυχή γεμάτη δυσφορία – περιέπεσε σε μανία. Το πάθος αυξανόταν και ο Ηρακλής έχανε τα λογικά του, προσπάθησε να σκοτώσει τον Ιόλαο, αυτός διέφυγε, και ο Ηρακλής κατατόξευσε σαν εχθρούς τα παιδιά που είχε από την Μεγάρα, τα οποία βρίσκονταν εκεί κοντά. Μόλις απαλλάχτηκε από την μανία και κατανόησε όσα έκανε μέσα στην άγνοιά του, καταλυπήθηκε με το μέγεθος τής συμφοράς. Όλοι συλλυπούνταν και συμπενθούσαν μαζί του, ενώ εκείνος γιά πολύ χρόνο παρέμενε ήσυχος στην οικία του, αποφεύγοντας τις συνομιλίες και τις συναντήσεις με τους ανθρώπους. Τελικά, όταν ο χρόνος καταπράυνε το πάθος του, έκρινε ότι θα υπέμενε τους κινδύνους και πήγε στον Ευρυσθέα.

Σχετικά με την θεραπεία τού ήρωα, από την νευρασθένεια που τον είχε κατακυριεύσει, η παράδοση αναφέρει, επίσης, ότι η Μήδεια, φτάνοντας στις Θήβες, λένε ότι βρήκε τον Ηρακλή να πάσχει από μανία και να έχει σκοτώσει τους γιούς του, αλλά τον θεράπευσε με φάρμακα, που η ίδια κατασκεύαζε από διάφορες φυσικές ουσίες, βασιζόμενη σε πανάρχαιες – ίσως και προκατακλυσμιαίες – ιατρικές συνταγές.

Κεφάλαιο Τέταρτο

Η Αρετή και η Κακία

αρετη κακίαΥγιής, γερός, δυνατός, ανανεωμένος και αποφασισμένος, πλέον, να εκτελέσει τους δώδεκα άθλους, με σκοπό να κερδίσει την αθανασία και να επιστρέψει στους κόλπους τού Πατέρα Δία, ο Ηρακλής άρχισε να ετοιμάζεται γιά τους αγώνες του. Σύμφωνα μ’ έναν διδακτικότατο μύθο, ο φημισμένος Έλληνας ήρωας, πριν αρχίσει την επιτέλεση των κατορθωμάτων του, βρέθηκε αντιμέτωπος με δύο δρόμους: τής Αρετής και τής Κακίας. Τότε τού ζητήθηκε να ξεπεράσει το δίλημμα και να επιλέξει την μία από τις δύο ηθικές οδούς.

Η Κακία τού υποσχέθηκε έναν δρόμο γεμάτο πλούτη, ηδονές και εξουσία, χωρίς κόπους, καταπονήσεις και εργασία, ενώ η Αρετή τού υπέδειξε τον δρόμο των αδιάκοπων αγώνων, τής συνεχούς εργασίας και των μεγάλων εμπειριών, τον δρόμο που με ευκολία δεν προσφέρει τίποτε σε κανέναν. Ο δρόμος τής Κακίας, διασχίζοντας την χλιδή και την πολυτέλεια, οδηγούσε στο άγνωστο, ενώ ο δρόμος τής Αρετής, περνώντας μέσα από δοκιμασίες και πόνους, κατέληγε στην θέωση.

Ο Ηρακλής, επιθυμώντας να φανεί αντάξιος των ευγενών προγόνων του και όντας γνήσιος εκφραστής των ύψιστων ιδεωδών τού ελληνικού έθνους, επέλεξε τον δύσκολο δρόμο τής Αρετής, θέτοντας ως τελικό σκοπό τής επίπονης πορείας του την πολυπόθητη θέωση, πρόθυμος ν’ αντιμετωπίσει τις μεγάλες δυσκολίες και τους πολλούς πειρασμούς, τους πόνους και τις θλίψεις.

Κεφάλαιο Πέμπτο

Οι δώδεκα άθλοι

Από τον Διόδωρο μαθαίνουμε ότι ο πρώτος άθλος, που ανέλαβε, ήταν να σκοτώσει τον λέοντα τής Νεμέας, που ήταν υπερφυσικός στο μέγεθος και άτρωτος στον σίδηρο, στον χαλκό και στον λίθο, οπότε ήταν ανάγκη να δαμαστεί με τα χέρια. Διαβιούσε κυρίως μεταξύ Μυκηνών και Νεμέας, κοντά σ’ ένα όρος που – λόγω τής ιδιότητάς του – ονομαζόταν Τρητό, επειδή κοντά στην ρίζα του είχε μία διαμπερή σήραγγα, όπου το θηρίο συνήθιζε να φωλιάζει. Ο Ηρακλής έφτασε στον τόπο, επιτέθηκε στο θηρίο, εκείνο κατέφυγε στην σήραγγα, αυτός το ακολούθησε, έφραξε το άλλο στόμιο, συνεπλάκη μαζί του, τού έσφιξε τον αυχένα και το απέπνιξε με τους βραχίονές του. Μετά περιτυλίχτηκε με το δέρμα τού θηρίου – το οποίο συμπεριέλαβε όλο το σώμα του, λόγω τού μεγέθους του – και το είχε ως σκέπασμα γιά τους μελλοντικούς κινδύνους.

Ο δεύτερος άθλος, που ανέλαβε, ήταν να σκοτώσει την Λερναία ύδρα, από τής οποίας το μοναδικό σώμα σχηματίζονταν εκατό αυχένες που είχαν κεφαλές φιδιών. Από αυτές, εάν μία καταστρεφόταν, ο τόπος τής τομής έβγαζε δύο κεφαλές. Γι’ αυτόν τον λόγο εκλαμβανόταν ως αήττητη, και αυτό είναι λογικό: το υποταγμένο μέρος της τής απέφερε διπλάσια βοήθεια. Μπροστά σε τούτη την δυσκολία, ο Ηρακλής επινόησε μία τεχνική λύση: πρόσταξε τον Ιόλαο να επικαίει το μέρος τής τομής με μία αναμμένη δάδα, ώστε να σταματά την ροή τού αίματος. Αφού το υπέταξε μ’ αυτόν τον τρόπο, έβαψε τις αιχμές των βελών του με την χολή τού ζώου ώστε το βέλος, που θα έριχνε, να προκαλεί ανίατη πληγή με την αιχμή του.

4 ΑΘΛΟΣ ΕΡΥΜΑΝΘΙΟΣ ΚΑΠΡΟΣΟ τρίτος άθλος απαιτούσε από τον Ηρακλή να κυνηγήσει, να συλλάβει και να φέρει ζωντανό στον Ευρυσθέα τον τρομερό Ερυμάνθιο Κάπρο, ο οποίος διαβιούσε στην Λαμπεία τής Αρκαδίας. Αυτή η προσταγή θεωρήθηκε πολύ δυσχερής επειδή, όποιος θ’ ανταγωνιζόταν ένα τέτοιο θηρίο, έπρεπε να έχει τόση υπεροχή, ώστε επάνω στην μάχη να στοχάζεται επακριβώς τις περιστάσεις γιατί, αν άφηνε τον κάπρο ισχυρό, θα κινδύνευε από τα δόντια του, ενώ αν τον καταπολεμούσε περισσότερο από το απαραίτητο και τον σκότωνε, θ’ άφηνε τον άθλο απραγματοποίητο. Κατά την μάχη, όμως, ο Ηρακλής υπολόγισε με τέτοια ακρίβεια την ισορροπία τού χτυπήματος, ώστε έφερε ζωντανό τον κάπρο στον Ευρυσθέα. Όταν ο βασιλιάς τον είδε να του φέρνει τον κάπρο επάνω στους ώμους, φοβήθηκε και κρύφτηκε σ’ ένα χάλκινο πιθάρι.

Αν και ο Ευρυσθεύς είχε αρχίσει ν’ ανησυχεί με τις αλλεπάλληλες επιτυχίες τού ήρωα, εξακολουθούσε να ελπίζει ότι αργά ή γρήγορα ο Ηρακλής θα σκοτωνόταν ή θ’ αναγκαζόταν να παραιτηθεί από τις δοκιμασίες, άρα και από την μέθεξη τής αθανασίας. Περιμένοντας ανυπόμονα ν’ ακούσει κάποιο κακό νέο γιά τον ήρωα, ο πονηρός βασιλιάς σκεφτόταν και τού ανέθετε ολοένα και δυσκολότερους άθλους.

Μετά από τον θρίαμβό του στην Λαμπεία, ο Ηρακλής έλαβε προσταγή να φέρει την χρυσοκέρατη ελαφίνα, που ξεχώριζε γιά την ταχύτητά της. Κατά την εκτέλεση αυτού τού άθλου, η επινοητικότητά του δεν χρησιμοποιήθηκε λιγότερο από την σωματική ρώμη του. Άλλοι λένε ότι την συνέλαβε με δίχτυα, άλλοι ότι την έπιασε ενώ αυτή κοιμόταν, ακολουθώντας τα ίχνη της, και μερικοί ότι την καταπόνησε με συνεχή καταδίωξη. Ωστόσο, εκτέλεσε αυτόν τον άθλο χωρίς βία και κινδύνους, μέσω τής αγχίνοιας τού μυαλού του.

Μετά ο Ηρακλής έλαβε προσταγή να εκδιώξει τις όρνιθες από την λίμνη Στυμφαλίδα και εύκολα εκτέλεσε τον άθλο με τέχνη και επινοητικότητα. Όπως φαίνεται, η λίμνη είχε γεμίσει από απερίγραπτο πλήθος ορνίθων που λυμαίνονταν τους καρπούς τής γειτονικής περιοχής. Με την βία, όμως, ήταν αδύνατο να υποτάξει τα ζώα, λόγω τού υπερβολικού πλήθους τους, οπότε η πράξη απαιτούσε την επινόηση τεχνάσματος. Γι’ αυτό κατασκεύασε χάλκινο κρόταλο και φόβιζε τα ζώα προκαλώντας υπέρμετρο θόρυβο και τελικά – με τον συνεχή κρότο – εύκολα τα εξώθησε να φύγουν και καθάρισε την λίμνη.

Η συνέχεια είναι εξίσου συναρπαστική. Έχοντας εκτελέσει και τούτον τον άθλο, έλαβε προσταγή από τον Ευρυσθέα να καθαρίσει την αυλή τού Αυγεία χωρίς την βοήθεια κανενός. Αυτή – με την πάροδο πολλών χρόνων – είχε συγκεντρώσει μεγάλη ποσότητα κοπριάς, όπως ενίοτε συμβαίνει με τον πολιτικό ή κοινωνικό βίο των υπανάπτυκτων και καθυστερημένων χωρών. Ο Ευρυσθεύς, λοιπόν, διέταξε τον Ηρακλή ν’ ασχοληθεί μ’ ένα υποτιμητικό – κατά τα φαινόμενα – έργο, δηλαδή με τον καθαρισμό τής κοπριάς, ακριβώς επειδή σκόπευε να τον εξευτελίσει στα μάτια των Ελλήνων εκείνης τής εποχής. Ο αγέρωχος Ηρακλής, όμως, αποδοκίμασε την ιδέα να μεταφέρει την κοπριά στους ώμους του, αποφεύγοντας την ντροπή τού εξευτελισμού. Στρέφοντας, λοιπόν, τον ποταμό, που ονομαζόταν Αλφειός, προς την αυλή, την καθάρισε με το ρεύμα των υδάτων του και σε μία ημέρα εκτέλεσε τον άθλο χωρίς να εξευτελιστεί. Γι’ αυτό είναι αξιοθαύμαστη η επινοητικότητά του. Εκτέλεσε, λοιπόν, το υπερήφανο πρόσταγμα χωρίς να ντροπιαστεί, χωρίς να υπομείνει τίποτε ανάξιο τής αθανασίας.

Σχετική με τον άθλο τού καθαρισμού των ιπποφορβείων τού Αυγεία είναι και η ακόλουθη διήγηση, τα γεγονότα τής οποίας έλαβαν χώρα πολύ μετά το πέρας και τού δωδέκατου άθλου τού Ηρακλή. Κάποτε, λοιπόν, ο ήρωας επέστρεψε στην Πελοπόννησο και εκστράτευσε εναντίον τού Αυγεία, επειδή ο βασιλιάς δεν του είχε δώσει τον μισθό, που του είχε υποσχεθεί γιά τον καθαρισμό των ιπποφορβείων. Τότε ο Ηρακλής έκανε μάχη εναντίον των Ηλείων, αλλά επανήλθε άπρακτος στην Ώλενο, στον Δεξαμενό, τού οποίου η θυγατέρα, η Ιππολύτη, παντρευόταν τον Αζάνα. Ο Ηρακλής δειπνούσε μαζί τους και στον γάμο παρατήρησε τον Κένταυρο Ευρυτίωνα να προσβάλλει και να συμπεριφέρεται βίαια στην Ιππολύτη. Τον σκότωσε και επανήλθε στην Τίρυνθα, όπου ο Ευρυσθεύς τον κατηγόρησε ότι επιβουλεύεται την βασιλεία του και τον πρόσταξε ν’ απέλθει στην Τίρυνθα μαζί με την Αλκμήνη και τον Ιφικλή και τον Ιόλαο. Ο Ηρακλής αναγκάστηκε να φύγει μαζί τους κ’ εγκαταστάθηκε στον Φενεό τής Αρκαδίας.

Από εκεί ορμώμενος, έχοντας μάθει ότι από την Ήλιδα αποστέλλεται πομπή προς τον Ποσειδώνα, στον Ισθμό, και ότι επικεφαλής της ήταν ο Εύρυτος τού Αυγεία, έπεσε επάνω τους αιφνιδιαστικά και σκότωσε τον Εύρυτο κοντά στις Κλεωνές, όπου σήμερα υπάρχει ιερό τού Ηρακλή. Μετά απ’ αυτά, εκστράτευσε εναντίον τής Ήλιδας, φόνευσε τον βασιλιά Αυγεία, άλωσε με έφοδο την πόλη, ενώ κάλεσε τον Φυλέα – τον γιό τού Αυγεία – και του παρέδωσε την βασιλεία, επειδή αυτός είχε εξοριστεί από τον πατέρα του όταν δικαίωσε τον Ηρακλή, την εποχή που ήταν διαιτητής μεταξύ τού πατέρα του και τού Ηρακλή γιά το θέμα τής αμοιβής.

Μετά απ’ αυτά, ο Ιπποκόων εξόρισε από την Σπάρτη τον αδελφό του, Τυνδάρεω, ενώ οι γιοί τού Ιπποκόωντα – είκοσι στον αριθμό – σκότωσαν τον Οιωνό, φίλο τού Λικυμνίου και τού Ηρακλή. Ο Ηρακλής αγανάκτησε μ’ αυτούς κ’ εκστράτευσε εναντίον τους. Νίκησε στην μεγάλη μάχη και σκότωσε όλο το πλήθος, άλωσε με έφοδο την Σπάρτη και αποκατέστησε στην βασιλεία τον Τυνδάρεω, πατέρα των Διοσκούρων, αλλά την βασιλεία – που είχε αποκτήσει με την δύναμη των όπλων – τού την παρέδωσε προστάζοντάς τον να την φυλάξει γιά τους απογόνους τού Ηρακλή.

Στην μάχη, από τον στρατό τού Ηρακλή έπεσαν ελάχιστοι, μεταξύ των οποίων ήταν επιφανείς άνδρες όπως ο Ίφικλος και ο Κηφεύς και οι γιοί τού Κηφέα, δεκαεφτά στον αριθμό. Από τους είκοσι γιούς του σώθηκαν μόνον τρεις. Από τους αντιπάλους σκοτώθηκε ο ίδιος ο Ιπποκόων και μαζί του δέκα γιοί του, ενώ από τους άλλους Σπαρτιάτες όλο το πλήθος. Μετά από τούτη την εκστρατεία επανήλθε στην Αρκαδία, κατέλυσε στον βασιλιά Άλεο, κρυφά έσμιξε με την θυγατέρα του, την Αύγη, την κατέστησε έγκυο κ’ επανήλθε στην Στύμφαλο.

Ας επιστρέψουμε, όμως, στην εποχή τής εκτέλεσης των δώδεκα υποχρεωτικών άθλων. Ο κατά σειρά έβδομος άθλος έφερε τον Ηρακλή στην Κρήτη, στα ανάκτορα τού πλούσιου και ισχυρού βασιλιά Μίνωα, όπου ανέλαβε την μεταφορά τού περίφημου ταύρου τής Κρήτης, τον οποίον λένε ότι είχε ερωτευτεί η Πασιφάη. Έπλευσε στο νησί, συνεργάστηκε με τον βασιλιά Μίνωα και οδήγησε τον ταύρο στην Πελοπόννησο, διαπλέοντας ένα τέτοιο πέλαγος επάνω στην πλάτη τού ζώου.

8 ΑΘΛΟΣ ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΔΙΟΜΗΔΗΟ επόμενος άθλος του προέβλεπε την μεταφορά των ατίθασων φοράδων τού Θρακιώτη βασιλιά Διομήδη στα ιπποφορβεία τού Ευρυσθέα. Οι περίφημες φοράδες είχαν χάλκινες φάτνες, λόγω τής αγριότητάς τους, ενώ δεσμεύονταν από σιδερένιες αλυσίδες, λόγω τής ισχύος τους, δεν τρέφονταν με όσα φυτρώνουν από την γη, αλλά κομμάτιαζαν τα σώματα των ξένων και ως τροφή είχαν την συμφορά των δυστυχισμένων.

Ο Ηρακλής, θέλοντας να τις υποτάξει, τις έδωσε να φάνε τον κύριό τους, τον Διομήδη, ικανοποιώντας την πείνα τους μ’ εκείνον που τις δίδαξε να παρανομούν, και έτσι τις κατέστησε ευπειθείς. Όταν οι φοράδες μεταφέρθηκαν στον Ευρυσθέα, αυτός τις αφιέρωσε στην Ήρα, ενώ η γενιά τους συνέβη να διατηρηθεί μέχρι την βασιλεία τού Αλεξάνδρου τού Μακεδόνα.

Αμέσως μετά, ο Ηρακλής έλαβε την προσταγή να φέρει στον Ευρυσθέα την πολύτιμη ζώνη τής Αμαζόνας Ιππολύτης, οπότε αναγκάστηκε να οργανώσει πολεμική εκστρατεία εναντίον των θρυλικών Αμαζόνων, εκείνων των πειθαρχημένων, πανέμορφων και σκληροτράχηλων γυναικών τής αρχαιότητας. Έπλευσε, λοιπόν, στον Πόντο – που από τον ίδιο ονομάστηκε Εύξεινος – κατέπλευσε προς τις εκβολές τού ποταμού Θερμώδοντα, στρατοπέδευσε κοντά στην πόλη Θεμίσκυρα, όπου βρίσκονταν τ’ ανάκτορα των Αμαζόνων, και στην αρχή απαίτησε από αυτές τον ζωστήρα που του είχε ζητηθεί αλλά, επειδή εκείνες δεν υπάκουσαν, συνήψε μάχη μαζί τους.

Το μεγάλο πλήθος τους αντιτάχθηκε στους πολλούς, αλλά οι πιό τιμημένες παρατάχθηκαν απέναντι από τον Ηρακλή και έστησαν δυνατή μάχη. Πρώτη συνήψε μάχη μαζί του η Άελλα, που της έλαχε να ονομαστεί έτσι εξαιτίας τής ταχύτητάς της, αλλά βρήκε τον αντίπαλό της ταχύτερο από την ίδια. Δεύτερη η Φιλιππίς, που ευθύς, από την πρώτη συμπλοκή, δέχτηκε καίριο πλήγμα και σκοτώθηκε. Μετά συνήψε μάχη η Προθόη, γιά την οποία έλεγαν ότι – κατόπιν πρόκλησης – επτά φορές είχε νικήσει τους αντιπάλους της. Αφού έπεσε και αυτή, ο Ηρακλής υπέταξε τέταρτη την ονομαζόμενη Ερίβοια, η οποία καυχιόταν ότι δεν χρειαζόταν κανέναν βοηθό, λόγω τής ανδραγαθίας της στους πολεμικούς αγώνες, αλλά απέδειξε ψευδή τον ισχυρισμό της όταν έπεσε σε καλύτερό της.

Μετά απ’ αυτές, η Κελαινώ και η Ευρυβία και η Φοίβη, που ήταν συγκυνηγοί τής Αρτέμιδας και πάντοτε ακόντιζαν εύστοχα, δεν χτύπησαν τον κοινό στόχο, συνασπίστηκαν μεταξύ τους και τότε κατασφάχτηκαν όλες, και μετά από αυτές υποτάχθηκαν η Δηιάνειρα και η Αστερία και η Μάρπη, αλλά και η Τέκμησσα και η Αλκίππη, η οποία είχε ορκιστεί να παραμείνει παρθένος και φύλαξε τον όρκο της, αλλά δεν διατήρησε την ζωή της, ενώ η Μελανίππη, που κατείχε την στρατηγία των Αμαζόνων και θαυμαζόταν ιδιαιτέρως γιά την ανδρεία της, έχασε την ηγεμονία.

Η αιματηρότατη μάχη τελείωσε και ο απολογισμός της ήταν φρικτός γιά τις καλλίγραμμες και μαχητικότατες Αμαζόνες, αφού ο Ηρακλής σκότωσε τις επιφανέστερες από αυτές, ενώ ανάγκασε το υπόλοιπο πλήθος να διαφύγει και κατέσφαξε τις περισσότερες, με αποτέλεσμα να συντριβεί παντελώς το έθνος τους. Από τις αιχμαλωτισμένες, δώρησε την Αντιόπη στον Θησέα, ενώ απελευθέρωσε την Μελανίππη λαμβάνοντας τον ζωστήρα της αντί γιά λύτρα.

Ο Ευρυσθεύς – κοντεύοντας να χάσει τα λογικά του μετά από τις συνεχώς αίσιες εκβάσεις των προσπαθειών τού θανάσιμου αντιπάλου του – πρόσταξε, ως δέκατο άθλο, την μεταφορά των βοδιών τού Γηρυόνη, που συνέβαινε να βόσκουν στην Ιβηρία, στα μέρη που βρίσκονται κοντά στον ωκεανό. Ο Ηρακλής – βλέποντας ότι αυτή η καταπόνηση απαιτεί μεγάλη προπαρασκευή και κακοπάθεια – συνέστησε αξιόλογο στόλο με πλήθος στρατιωτών, ικανών γιά μία τέτοια εκστρατεία. Σε ολόκληρη την οικουμένη ήταν γνωστό ότι ο Χρυσάωρ, που έλαβε αυτό το όνομα λόγω τού πλούτου του, βασίλευε σε ολόκληρη την Ιβηρία έχοντας συναγωνιστές του τους τρεις γιούς του, ξεχωριστούς και στην σωματική ρώμη και στις ανδραγαθίες των πολεμικών αγώνων, ενώ – επιπλέον – κάθε γιός του διέθετε μεγάλες δυνάμεις, αποτελούμενες από μάχιμα έθνη, εξαιτίας των οποίων ο Ευρυσθεύς θεωρούσε δυσέφικτη την εκστρατεία εναντίον τους και γι’ αυτό πρόσταξε τον προαναφερθέντα άθλο.

Ο Ηρακλής με θάρρος υπέστη τους κινδύνους, όπως έκανε και στις προηγηθείσες πράξεις του. Συνάθροισε, λοιπόν, τις δυνάμεις του στην Κρήτη, αποφασίζοντας να εξορμήσει από εκεί, επειδή αυτό το νησί κείται σε θέση πολύ κατάλληλη γιά εκστρατείες προς όλη την οικουμένη.

Οι Κρητικοί συμπαραστάθηκαν στον ήρωα, τον βοήθησαν να οργανώσει την καινούργια εκστρατεία του και τον εφοδίασαν με όλα τα απαραίτητα υλικά. Πριν από την αναχώρησή του τιμήθηκε μεγαλοπρεπώς από τους εντόπιους και – θέλοντας να ευχαριστήσει τους Κρήτες – καθάρισε το νησί από τα θηρία. Γι’ αυτό, ακόμη και στα μετέπειτα χρόνια, κανένα άγριο ζώο, όπως αρκούδες, λύκοι, φίδια ή άλλα παρόμοια, δεν υπήρχε στο νησί. Αυτά τα έπραξε σεβόμενος το νησί, στο οποίο μυθολογούν ότι γεννήθηκε και ανατράφηκε ο Δίας.

Αποπλέοντας από το νησί, ο Ηρακλής σήκωσε ιστία πρώτα γιά την κοντινή Αφρική, την οποία οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν Λιβύη, όπου προκάλεσε σε μάχη, συνεπλάκη και σκότωσε τον Ανταίο, διαβόητο γιά την σωματική ρώμη του και την εμπειρία του στις παλαίστρες, αλλά και γιά τους ξένους, που σκότωσε, αφού τους νίκησε στην πάλη. Στην συνέχεια εξημέρωσε την Λιβύη, που ήταν γεμάτη από άγρια ζώα, αφού υπέταξε πολλά από εκείνα που βρίσκονταν στην έρημο, με αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος τής χώρας να καταστεί αμπελόφυτο και άλλο μεγάλο μέρος της ελαιοφόρο, μέσω των γεωργικών καλλιεργειών και των άλλων φυτειών που αποδίδουν καρπούς. Ενώ, λοιπόν, πρωτύτερα ολόκληρη η Λιβύη ήταν ακατοίκητη εξαιτίας τού πλήθους των θηρίων, αφού την εξημέρωσε, έγινε μία χώρα που σε ευδαιμονία δεν υπολειπόταν καμμίας άλλης.

Αφού ο ήρωας περιηγήθηκε το μεγαλύτερο μέρος τής Αφρικής, έφτασε στον Ατλαντικό Ωκεανό, κοντά στα Γάδειρα, και τοποθέτησε στήλες επάνω σε κάθε μία από τις ηπείρους. Αυτές οι στήλες φέρουν το όνομά του μέχρι τις μέρες μας. Ο Διόδωρος – κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στις Ηράκλειες Στήλες – αναφέρει τα ακόλουθα: αφού, όμως, μνημονεύσαμε τις στήλες τού Ηρακλή, νομίζουμε ότι ταιριάζει να μιλήσουμε και γι’ αυτές. Ο Ηρακλής, λοιπόν, έφτασε στις άκρες των ηπείρων – τής Λιβύης και τής Ευρώπης – οι οποίες βρίσκονται κοντά στον ωκεανό, και αποφάσισε εκεί να τοποθετήσει αυτές τις στήλες ως ανάμνηση τής εκστρατείας του. Επιθυμώντας, λοιπόν, να κατασκευάσει αείμνηστο έργο στον ωκεανό, λένε ότι έκανε μεγάλες προσχώσεις σε αμφότερες τις άκρες. Γι’ αυτό, ενώ πρωτύτερα βρίσκονταν σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους, στένεψε το πέρασμα, που έγινε αβαθές και στενό, ώστε να κωλύει την είσοδο των μεγάλων κητών από τον ωκεανό στην εσωτερική θάλασσα, αλλά και να μένει αείμνηστη η δόξα τού κατασκευαστή, λόγω τού μεγέθους των έργων. Όπως, όμως, λένε μερικοί, συνέβη το αντίθετο: οι ήπειροι ήταν συνενωμένες και ο Ηρακλής τις έσκαψε, άνοιξε ένα πέρασμα κ’ έκανε τον ωκεανό να σμίξει με την θάλασσά μας. Ωστόσο, αυτά μπορεί καθένας να τα δει απ’ όποια σκοπιά πείθει τον εαυτό του.

Η παράδοση, όμως, μνημονεύει και άλλα, παραπλήσια έργα τού Ηρακλή, τα οποία έλαβαν χώρα στην Ελλάδα. Στα καλούμενα Τέμπη, όπου η πεδινή περιοχή – γιά πολλά χρόνια – γινόταν λίμνη, διέσκαψε την άκρη της, διοχέτευσε όλο το νερό τής λίμνης στην διώρυγα και επέτρεψε να φανούν οι πεδιάδες τής Θεσσαλίας, κατά μήκος τού ποταμού Πηνειού. Στην Βοιωτία έκανε το αντίθετο: έφραξε το ρεύμα που βρισκόταν κοντά στον Ορχομενό των Μινυών, μετέτρεψε σε λίμνη την περιοχή και προκάλεσε την καταστροφή όλης τής χώρας. Αυτά που πραγματοποίησε στην Θεσσαλία, τα έκανε ευεργετώντας τους Έλληνες, ενώ εκείνα, που πραγματοποίησε στην Βοιωτία, τα έκανε γιά να τιμωρήσει τους κατοίκους τής Μινυάδας επειδή είχαν υποδουλώσει τους Θηβαίους.

Συνεχίζοντας την εκστρατεία του, και ενώ ο στόλος του παρέπλεε κοντά του, εκείνος πέρασε στην Ιβηρία και βρήκε τους γιούς τού Χρυσάορα στρατοπεδευμένους με τρεις μεγάλες δυνάμεις, σε απόσταση την μία από την άλλη. Προκάλεσε και σκότωσε τον κάθε ηγεμόνα, υπέταξε την Ιβηρία και πήρε μαζί του τις ονομαστές αγέλες των βοδιών. Διασχίζοντας την χώρα των Ιβήρων, τιμήθηκε από κάποιον εντόπιο βασιλιά, έναν άνδρα που ξεχώριζε γιά την ευσέβεια και την δικαιοσύνη του, και εκεί άφησε ένα μέρος των βοδιών, ως δωρεά προς τον βασιλιά. Αυτός τα δέχτηκε και όλα τα αφιέρωσε στον Ηρακλή, ενώ κατ’ έτος τού θυσίαζε τον ομορφότερο ταύρο τής αγέλης. Ο Διόδωρος συμπληρώνει: συμβαίνει, λοιπόν, τα βόδια να εξακολουθούν να θεωρούνται ιερά στην Ιβηρία μέχρι την δική μας εποχή. Αξίζει, λοιπόν, να προσθέσουμε ότι από την εποχή τού Διόδωρου και μέχρι την δική μας, οι ταύροι εξακολουθούν να κατέχουν μία ξεχωριστή θέση στην ζωή των Ιβήρων, δηλαδή των σημερινών Πορτογάλων και Ισπανών, που διακρίνονται γιά τις περίλαμπρες ταυρομαχίες τους, καθώς και γιά τους ανδρείους και δεξιοτέχνες ταυρομάχους τους, συνεχιστές τής πανάρχαιας παράδοσης τού Ηρακλή και άξιους μιμητές τού δοξασμένου ήρωα.

Μεταξύ τού δέκατου και τού ενδέκατου άθλου του, ο Ηρακλής άρχισε πλέον να αντιλαμβάνεται πλήρως ότι η επίπονη πορεία του προς την πολυπόθητη λύτρωση και αθανασία δεν γινόταν μάταια, αλλά φαινόταν ότι θα ήταν επιτυχής, χάρη στην ανδρεία, το θάρρος και την θέληση που είχε επιδείξει. Στην Τετάρτη Βίβλο διαβάζουμε ότι κάτι ιδιαίτερο έτυχε να γίνει στην πόλη των Αγυριναίων: σ’ αυτήν τιμήθηκε εξίσου με τους Ολύμπιους Θεούς, με πανήγυρη και λαμπρές θυσίες και, παρ’ όλο που κατά τα προηγούμενα χρόνια δεν είχε δεχτεί καμμία θυσία, τότε, γιά πρώτη φορά, συγκατατέθηκε, σαν να του προέλεγε την αθανασία το δαιμόνιο, αφού υπήρχε πετρώδης οδός – όχι μακριά από την πόλη – όπου τα ίχνη των βοδιών αποτυπώνονταν σαν να ήταν σε κερί, ενώ παρόμοια συνέβη και στον ίδιο τον Ηρακλή, ο οποίος, τελώντας και τον δέκατο άθλο του, θεώρησε ότι ήδη κάτι λάμβανε από την αθανασία και δεχόταν τις θυσίες που κατ’ έτος τελούσαν οι εντόπιοι και, γιά ν’ ανταποδώσει τις χάρες που του έκαναν οι καλοπροαίρετοι κάτοικοι, κατασκεύασε πριν από την πόλη μία λίμνη, που είχε περίμετρο τεσσάρων σταδίων και γιά την οποία πρόσταξε να πάρει τ’ όνομά του, δίνοντας ομοίως τ’ όνομά του και στ’ αποτυπωμένα ίχνη των βοδιών, ενώ κατασκεύασε τέμενος γιά τον ήρωα Γηρυόνη, που μέχρι σήμερα τιμάται από τους εντόπιους, όπως αξιόλογο τέμενος έφτιαξε και γιά τον ανηψιό του, τον Ιόλαο, που είχε εκστρατεύσει μαζί του, υποδεικνύοντας να του αποδίδονται κατ’ έτος τιμές και θυσίες, οι οποίες τηρούνται μέχρι σήμερα, αφού όλοι οι κάτοικοι τής πόλης εκ γενετής εκτρέφουν ως ιερή την κόμη τους προς τιμή τού Ιολάου, μέχρι να εξευμενίσουν τον Θεό με μεγαλοπρεπείς κ’ ευοίωνες θυσίες.

Τόση, λοιπόν, είναι η αγιότητα και η σεμνότητα τού τεμένους, ώστε τ’ αγόρια που δεν τελούν τις καθιερωμένες θυσίες μένουν άφωνα και μοιάζουν με νεκρούς. Αυτά, πάλι, όταν προσευχηθούν ότι θ’ αποδώσουν την θυσία και αφήσουν ενέχυρο τής θυσίας στον Θεό, αμέσως – λένε – απαλάσσονται από την προαναφερθείσα νόσο. Οι εντόπιοι, λοιπόν, ακολουθώντας τα παραπάνω, ονόμασαν Ηράκλεια την πύλη όπου συνάντησαν τον Θεό και τού πρόσφεραν θυσίες, ενώ κατ’ έτος με μεγάλη προθυμία διοργανώνουν γυμνικό και ιππικό αγώνα. Επειδή η αποδοχή τού Θεού είναι πάνδημη, από ελεύθερους και δούλους, υπέδειξαν και στους οικέτες να τον τιμούν ξεχωριστά, συγκροτώντας θιάσους, συνδιοργανώνοντας συμπόσια και προσφέροντας θυσίες στον Θεό.

Μετά το τέλος τής πολύμηνης και κοπιαστικής εκστρατείας του στην Ιβηρική Χερσόνησο, ο ακαταπόνητος άνδρας εκτέλεσε και τον ενδέκατο άθλο του, ένα ολότελα ξεχωριστό κατόρθωμα, με πολύσημες μυστηριακές προεκτάσεις: υποχρεώθηκε να κατέλθει στον Κόσμο των Νεκρών γιά ν’ ανεβάσει τον Κέρβερο από τον άδη προς το φως. Ο τερατώδης Κέρβερος ήταν ο θυροφύλακας τού Κάτω Κόσμου, ένας φοβερός σκύλος που απαγόρευε στους νεκρούς ν’ ανέλθουν προς τον Κόσμο των Ζωντανών. Ο Ηρακλής, όμως, κατάφερε να συλλάβει τον Κέρβερο, ν’ αφήσει αφύλακτες τις θύρες τού Άδη και να χαρίσει στους νεκρούς την ελπίδα τής επανόδου στην ζωή, δηλαδή την πολυπόθητη Ανάσταση.

Ο Διόδωρος – αναγνωρίζοντας την σπουδαιότητα τού ενδέκατου άθλου – σημειώνει με νόημα: υποθέτοντας ότι σε τούτον τον άθλο θα του ήταν ωφέλιμο, πήγε στην Αθήνα και συμμετέσχε στα μυστήρια τής Ελευσίνας, τότε που τελετάρχης ήταν ο Μουσαίος, ο γιός τού Ορφέα. Σε άλλο σημείο προσθέτει και τ’ ακόλουθα στοιχεία: ο Ηρακλής, λοιπόν, κατά τους παραδεδομένους μύθους, κατέβηκε στους τόπους τού άδη, όπου τον υποδέχτηκε σαν αδελφό της η Φερσεφόνη, ελευθέρωσε από τα δεσμά και ανέβασε στον έξω κόσμο τον Θησέα και τον Πειρίθοο – η Κόρη τού έκανε αυτή την χάρη – παρέλαβε δεμένο τον σκύλο, που με παράδοξο τρόπο απήγαγε, και τον εμφάνισε στους ανθρώπους.

Ο δωδέκατος και τελευταίος άθλος, τον οποίον ανέλαβε ο Ηρακλής, ήταν να φέρει στον Ευρυσθέα τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων, τα οποία ο Διόδωρος τοποθετεί στην Αφρική, αν και πολλοί μυθολόγοι – ίσως ορθότερα – ισχυρίζονται ότι αυτά βρίσκονταν στην μακρινή Δύση, ίσως και πέρα από τον Ατλαντικό Ωκεανό. Ας παρακολουθήσουμε το κείμενο: σχετικά με τούτα τα μήλα, οι μυθογράφοι διαφωνούν: μερικοί λένε ότι σε κάποιους κήπους των Εσπερίδων, στην Λιβύη, υπήρχαν χρυσά μήλα, επιτηρούμενα συνεχώς από έναν φοβερότατο δράκο, άλλοι λένε ότι οι Εσπερίδες κατείχαν κοπάδια προβάτων που ξεχώριζαν στην ομορφιά και που ποιητικά ονομάζονταν χρυσά μήλα εξαιτίας τού κάλλους τους, όπως χρυσή ονομαζόταν και η Αφροδίτη γιά την ομορφιά της. Ορισμένοι λένε ότι τα πρόβατα είχαν ένα ιδιαίτερο χρώμα, παρόμοιο με το χρυσό, και γι’ αυτό τους έτυχε αυτή η ονομασία, ενώ ο Δράκων – που ξεχώριζε γιά την σωματική ρώμη και την ευτολμία του – ήταν επιμελητής των κοπαδιών, επιτηρούσε τα πρόβατα και σκότωνε όσους τολμούσαν να τα ληστέψουν. Από αυτά, όμως, καθένας μπορεί να πιστέψει όποιο τον πείθει. Ο Ηρακλής, λοιπόν, σκότωσε τον φύλακα των μήλων, πήγε τα μήλα στον Ευρυσθέα, τελείωσε τους άθλους του και περίμενε να λάβει την αθανασία, σύμφωνα με τον χρησμό τού Απόλλωνα.

.

.

Ἠ συνέχεια καὶ ὁλοκλήρωση ἐδῶ

.

.

.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: