h1

ΜΕΤΑΞΥ ΣΟΒΑΡΟΥ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΟΥ – ΑΠΟΚΡΥΦΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

04/04/2013

.

Καχηναίοι πολίτες

Αρχαίοι νεαροί Κεχηναίοι

.

Οι Κεχηναίοι

 

Πρόσωπα και Χαρακτήρες τής Κεχήνης

Η Κεχήνη είναι μία χώρα πολύ μακρινή. Βρίσκεται κυριολεκτικά σε άλλον πλανήτη. Εκεί κατοικεί το περήφανο κεχηναϊκό έθνος, οι Κεχηναίοι, και στα κείμενα που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε να τους γνωρίσουμε. Κάποτε διάβασα σε ένα λεξικό ότι «κεχηναίος», στην αρχαία ελληνική, σημαίνει «χαχόλος», «χάνος», «αποβλακωμένος», αλλά νομίζω ότι πρόκειται γιά απλή σύμπτωση, αφού οι αρχαίοι Έλληνες δεν ταξίδεψαν ποτέ σε άλλους πλανήτες…

.

.

Απόκρυφη Ιστορία

 

 

Διερευνώντας, υπό το φως τής Σελήνης, τον μαύρο φάκελο που μου παρέδωσε πριν από δεκαεφτάμιση εβδομάδες ένας άγνωστος μασκοφόρος άνδρας (μα, πού τα βρίσκω και τα γράφω ο επιστήμονας!), έκπληκτος ανακάλυψα ότι περιείχε πολύτιμα και πανάρχαια κεχηναϊκά χειρόγραφα, συνταγμένα στην αρχαία κεχηναϊκή, μία θεσπέσια γλώσσα που σχεδόν κανείς δεν διδάσκεται πλέον στην Κεχήνη, επειδή έχει αποδειχθεί ότι η μελέτη της συμβάλλει στην πνευματική καλλιέργεια και την διανοητική ενδυνάμωση, ενώ αποθαρρύνει δραστικά την παρατεταμένη κατανάλωση φραπόγαλου (εθνικό ποτό των Κεχηναίων), την χρόνια (και πάντοτε άσκοπη) ενασχόληση με το τυχερό παιχνίδι «Σίχαμα» (εθνικό άθλημα των Κεχηναίων), καθώς και την μανιώδη παρακολούθηση των εκπομπών των κεχηναϊκών βοθροκάναλων (μοναδική πολιτιστική ενασχόληση των Κεχηναίων).

Εντός τού επτασφράγιστου φακέλου κρύβονταν τα δεκατρία απολεσθέντα φύλλα τού υπ’ αριθμόν 12.875 παλίμψηστου κώδικα, τα οποία διέσωζαν την ιστορία τού «Φιλίππου με την μεγάλη … σάρισα». Ξενυχτώντας επί εβδομάδες υπό το φως των κεριών (η αλήθεια είναι ότι έκανα και ένα διάλειμμα γιά να σπάσω πλάκα με τις τελευταίες δηλώσεις τού διαβόητου καραγκιόζη, Σκαρτούλη), κατόρθωσα να μεταφράσω το υπέροχο κείμενο, και τώρα, με δάκρια συγκίνησης στα μάτια, βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να σας το παρουσιάσω, βέβαιος ότι θα μοιραστείτε μαζί μου την ίδια δακρύβρεκτη συγκίνηση. Ορίστε, λοιπόν…:

«Ο βλοσυρός γεροπολέμαρχος, κλεισμένος μέσα στην λιτή σκηνή που χρησιμοποιούσε ως στρατηγείο, επάνω στα περήφανα, χιονισμένα βουνά τής όμορφης Μακρυδονίας, είχε μελετήσει επί ώρες τις αναφορές των κατασκόπων του όταν διέταξε τους Στρατηγούς του να διακόψουν γιά λίγο την χειμερινή στρατιωτική άσκηση, πέμπτη, κατά σειρά, μέσα σε δύο μόλις μήνες, και να συγκεντρωθούν γιά έκτακτο συμβούλιο.

Πάραυτα προσήλθαν άπαντες: ο Δράκων, μαχιμότατος αρχηγός των Επιλέκτων, ο Αγριολέων, αδιαμφισβήτητος ηγέτης των Ειδικών Δυνάμεων, ο Ταυρόπεος, εμπειρότατος επικεφαλής τής Πρώτης Στρατιάς, ο Αετίων, φόβος και τρόμος των εχθρών, ο Γιγαντίων, παντοδύναμος διοικητής τής Δεύτερης Στρατιάς, και, τέλος, ο Τιγροφόνος, θαρραλέος ηγέτης των Ιππέων.

«Στρατηγοί και εταίροι μου», ανακοίνωσε ο βασιλέας Φίλιππος, «οι αναφορές των κατασκόπων είναι σαφέστατες. Ο εξ ανατολών προαιώνιος εχθρός μας συγκεντρώνει στρατεύματα και ετοιμάζει εισβολή στην Πατρίδα μας. Προτείνω να τον προλάβουμε και να τον γα…, θέλω να πω να τον σταματήσουμε, μέσα στα δικά του εδάφη. Τι γνώμη έχετε;».

Οι Στρατηγοί κοιτάχτηκαν μεταξύ τους σιωπηλά. Έπειτα μειδίασαν ελαφρώς, έστρεψαν υπερήφανα το λαμπερό βλέμμα τους προς τον Ηγεμόνα και έγνεψαν καταφατικά.

«Στρατηγέ Δράκοντα», είπε τότε ο Φίλιππος, «διάλεξε αμέσως δύο δυνατούς και λίαν έμπιστους υπασπιστές σου και διάταξέ τους να μεταβούν στον νότο, στην μεγάλη πόλη τής Θεάς τής Σοφίας, να μεταφέρουν αυτήν εδώ την επιστολή μου και να ενημερώσουν τους άρχοντές της γιά την εκστρατεία που ετοιμάζω, ζητώντας την τάχιστη και πλήρη συνδρομή τους σε αυτήν. Ο κίνδυνος είναι άμεσος. Οφείλουμε να κινηθούμε αστραπιαία». «Όπως διατάξεις, Βασιλέα», απάντησε ο Δράκων.

Μέσα στην παγωμένη, ασέληνη νύχτα, δύο θηριώδεις θωρακισμένοι πολεμικοί ίπποι ξεκίνησαν ασυγκράτητοι τον βροντερό καλπασμό τους από την Μακρυδονία προς τον νότο. Επάνω τους, φορώντας τις βαριές ατσάλινες πανοπλίες τους, ζωσμένοι με τις τεράστιες κοφτερές σπάθες τους και κρατώντας τα φονικά τους δόρατα, ίππευαν ο Κρανιοθραύστης και ο Τιτανίων, οι παλαιότεροι υπασπιστές τού τρομερού Δράκοντα, αδιαφορώντας γιά την θύελλα που λυσσομανούσε τριγύρω.

Πέρα, κάτω, στον νότο, στην πόλη τής Θεάς, γλυκοχάραζε. Έριχνε ένα ψιλόβροχο, αλλά δεν έκανε κρύο. Μετά την χθεσινοβραδινή κραιπάλη, κατά τον ετήσιο πανηγυρικό εορτασμό των «Μεγάλων Λουγκρείων» (υπήρχαν και τα «Μικρά Λούγκρεια»), ο αιρετός δήμαρχος Γαργαλίων, που είχε πιεί τ’ άντερά του, δεν μπορούσε να ξυπνήσει. Μάταια τον έσπρωχνε ο «παρακοιμώμενός» του (ξέρετε τώρα…), ο επίσης αιρετός επίτροπος Ευρυπρωκτίδης, ψιθυρίζοντάς του στο αυτί με την ξελιγωμένη και χαριτόβρυτη φωνούλα του: «Άντε, μωρή παρταόλα! Σήκω καμμιά φορά, μωρή μπεκρού! Σήμερα έχουμε γενική συνέλευση και θα είναι και εκείνο το τεκνό από την Κωλοκυνθού, ξέρεις, ο Ρουφέας, αχ, το μανάρι μου…! Άντε, μωρή!».

Μετά από πολλή ώρα, ο δήμαρχος ενοχλήθηκε από τα σπρωξίματα, μισοξύπνησε, ρεύτηκε βρομερά, άνοιξε τα παχιά βλέφαρά του, έτριψε τα κατακόκκινα μάτια του (που είχαν μουτζουρωθεί από την μάσκαρα), στράφηκε κακόκεφος προς τον Ευρυπρωκτίδη και μουρμούρισε: «Καλά, μωρή λυσσάρα, καλά! Ούτε να κοιμηθούμε δεν μας αφήνεις πιά! Έτσι κάνετε πάντα όλοι εσείς οι επίτροποι, την τρόικα μου μέσα;». Ο Ευρυπρωκτίδης σούφρωσε την μούρη του κάνοντας ένα απαξιωτικό «μμμμμ…», σηκώθηκε, έσιαξε το στριγκάκι του (που τον έκοβε ελαφρώς) και πήγε να φρεσκαριστεί κουνιστός και λυγιστός.

Στο γραφείο τού δημάρχου περίμενε ανυπόμονα, από πολύ νωρίς, ο αιρετός προϊστάμενος πρωτοκώλου, ο Μπινεύς. Όταν έφτασε εκεί ο Γαργαλίων, φορώντας έναν ροζουλί αραχνοΰφαντο χιτώνα και σιγοτραγουδώντας «είμαι γυναίκα τού γλεντιού», ο Μπινεύς τον υποδέχτηκε με δυό σαλιάρικα φιλιά και αμέσως τού ανακοίνωσε μακρόσυρτα και χαδιάρικα: «Δημαρχούκο μου, έφτασαν από νωρίς δυό γομάρια, καλέ δυό δίμετροι, να τους δεις και να σου γίνει η κοτσίδα καραβόσκοινο, και είναι, λέει, απεσταλμένοι τού Φιλίππου, ξέρεις, εκείνου τού αγριανθρώπου, και θέλουν, λέει, να σε δουν άμεσα γιά κάτι πολύ σημαντικό. Α, και κάτι άλλο. Έτσι που μπήκαν, βιαστικοί-βιαστικοί, δεν σκούπισαν τα σανδάλια τους και μου έκαναν χάλια το παρκέ, να χαθούν οι αγενείς, χθες το γυάλισα. Να τους το πεις αυτό, μωρό μου. Καλά;». Ο Γαργαλίων ταράχτηκε, αλλά προσπάθησε να το κρύψει. «Ας περάσουν», είπε ανόρεχτα.

Ο Κρανιοθραύστης και ο Τιτανίων εισήλθαν στο γραφείο. Χαιρέτησαν ευσεβάστως. Παρέδωσαν στον δήμαρχο την επιστολή τού Φιλίππου και στάθηκαν σιωπηλοί παρατηρώντας τον με περιέργεια. Ο Γαργαλίων άνοιξε βαριεστημένα την επιστολή και άρχισε να την διαβάζει μεταξύ πολλών χασμουρητών. Πρώτα γούρλωσε τα μάτια. Έπειτα κοίταξε έκπληκτος τους δύο άνδρες. Ξαναδιάβασε. Ξανασήκωσε το βλέμμα. Τότε αναφώνησε τσιριχτά: «Α, πα, πα! Καλέ, τρελάθηκε ο δικός σας; Α, δεν πάμε καλά! Ακούστε εδώ, αυτά δεν με αφορούν, εγώ είμαι δήμαρχος. Ακούς εκεί πόλεμος! Ντουβρουτζάς θα μου έρθει στα καλά καθούμενα. Α, πα, πα! Την επιστολή, χρυσά μου, να την παραδώσετε στον επώνυμο άρχοντα. Εκείνος είναι υπεύθυνος. Όχι εγώ! Ας κάνει εκείνος ο τι θέλει! Καλέ εγώ μελάνιασα… Μπινέα! Μπινέα! Ένα νερό! Α, πα, πα!». Μετά σωριάστηκε ημιλιπόθυμος στην βελούδινη πολυθρόνα του.

Ο Κρανιοθραύστης και ο Τιτανίων χαιρέτησαν και πάλι, πήραν την επιστολή τού Φιλίππου και ξεκίνησαν σκεφτικοί γιά το μέγαρο τού επώνυμου άρχοντα. Ο αιρετός ροδαλός άρχοντας Χαλβάδωνις, κοιλαράς και φραπαδούρας και τσαχπινολυγερός, μόλις είχε πάρει το «πρωινό» του (δυό μεταλλωρύχους πρώτο πράγμα) και αναπαυόταν στην αίθουσα των συμποσίων. Όταν τού παρουσίασαν τους δύο στρατιωτικούς, τους περιεργάστηκε με μισόκλειστα βλέφαρα και λάγνο βλέμμα, ύγρανε τα κόκκινα (και όντως κακοβαμμένα) χείλη του με την λαπαδιάρικη γλώσσα του, και ρώτησε παθιάρικα: «Σε τι οφείλω την τιμή, καλέ σεις; Κι είστε και ομορφόπαιδα, να σας χαίρονται οι μανούλες σας…».

Ο Τιτανίων έρριξε ένα βλέμμα γεμάτο νόημα στον Κρανιοθραύστη, έκρυψε με πολύ κόπο τον εκνευρισμένο του και, αφού χαιρέτησε ευγενικά, παρέδωσε στα χέρια τού επώνυμου άρχοντα την επιστολή τού Βασιλέα, προσθέτοντας ήρεμα: «Το θέμα επείγει, άρχοντα Χαλβάδωνη».

Ο αιρετός άρχοντας πήρε την επιστολή στα παχουλά χεράκια του (ευτυχώς που είχε στεγνώσει το μανόν), ξανάρριξε μιά ματιά από πάνω μέχρι κάτω στους δύο αξιωματικούς, χαμογέλασε με νόημα και άρχισε να διαβάζει διατηρώντας το ηλίθιο χαμόγελο στα χείλη του. Στο τέλος τής ανάγνωσης, ξέσπασε σε ένα τσιριχτό, ασταμάτητο και μάλλον ενοχλητικό χαχανητό. Έπειτα ξεφώνησε τρελά: «Ααααααααα, χα, χα, χα, χα, χα, χα! Καλό και τούτο! Βρε, σεις, τι αραδιάζει εδώ ο Βασιλιάς σας; Καλέ τι φασιστικά πράμματα είναι τούτα; Τι εκστρατείες και πόλεμοι και αηδίες; Καλέ, πού ζείτε; Ααααα, χα, χα, χα, χα, εσείς λωλαθήκατε εντελώς! Καλέ, οι ανατολίτες, οι Περσινοί, είναι αδέλφια μας, κολλητάρια μας, καλέ πού σας ήλθε ότι ετοιμάζουν πόλεμο; Αχ, θα τρελαθώ, θα τρελαθώ, θα τρελαθώ! Πάρτε το χαρτί σας και τραβήξτε να δείτε τον αιρετό στρατηγό μας. Εκείνος τα κανονίζει αυτά. Εγώ δεν θέλω μπλεξίματα με τα πολεμικά. Γιά τι με περάσατε; Γιά κανέναν άγριο; Α, πα, πα, συγχύστηκα τώρα. Άντε στο καλό, γιατί πέρασε κι η ώρα και με περιμένει ο κομμωτής μου γιά βαφή. Να χαθείτε, να χαθείτε, μού φτιάξατε το κέφι πουρνό-πουρνό!».

Ο αιρετός στρατηγός Γραψαρχιδοκλής καθόταν πίσω από ένα μεγάλο γραφείο, όπου υπέγραφε και σφράγιζε χαρτιά (εδώ που τα λέμε, δεν ήταν και γιά τίποτε άλλο ο δόλιος). Γύρω του υπήρχαν στοίβες ολόκληρες από αναφορές, εισηγήσεις, προτάσεις, ψηφίσματα, σχέδια και άλλα τέτοια, ενώ δυό-τρεις στρατιώτες (βύσματα τού κερατά) κουβαλούσαν συνεχώς καινούργιους φακέλους με φρέσκο «πολεμικό» υλικό. Αφού χαιρέτησε τυπικά και βαριεστημένα τους δύο Μακρυδόνες, διάβασε στα γρήγορα το κείμενο τού Φιλίππου, σκυθρώπιασε, μονολόγησε «α, μπα, δεν γίνεται, δεν νομίζω να γίνεται» και μετά τους απάντησε κατά πρόσωπο: «Κοιτάξτε, κύριοι, δεν πολυκαταλαβαίνω γιατί επείγει το ζήτημα, αλλά, να ξέρετε, εγώ ένας απλός δημόσιος υπάλληλος είμαι, τώρα τελευταία μάλιστα μάς έχουν κάνει και περικοπές στο μισθολόγιο, και δεν έχω αρμοδιότητα να αποφασίσω κάτι. Καταλαβαίνετε. Εγώ κοιτάζω να κάνω την δουλίτσα μου, να είμαι τυπικός, να μην έχω τίποτε μπερδέματα και φασαρίες. Κι εγώ από άλλους παίρνω διαταγές. Δεν είμαι εγώ υπεύθυνος γι’ αυτά. Είναι καιρός τώρα γιά πρωτοβουλίες και γιά μπλεξίματα; Αν θέλετε κάποια απάντηση στο αίτημά σας, φροντίστε να δείτε τον πρόεδρο τής εκκλησίας τού δήμου. Εγώ, τι να κάνω εγώ; Εγώ δεν είμαι υπεύθυνος. Καταλαβαίνετε. Κι εγώ ένας απλός υπάλληλος είμαι…».

Βαδίζοντας προς τον χώρο των συνεδριάσεων τής εκκλησίας τού δήμου, ο Τιτανίων στράφηκε προς τον συμμαχητή του και ρώτησε ξερά: «Έτσι είναι η περίφημη δημοκρατία τους;». Ο Κρανιοθραύστης ανασήκωσε τους ώμους σε ένδειξη άγνοιας και απορίας και δεν είπε απολύτως τίποτε. «Κατάλαβα», πρόσθεσε με απογοήτευση ο Τιτανίων.

Ανηφορίζοντας προς τον ιερό χώρο των ιερών συνεδριάσεων τής ιερής εκκλησίας τού δήμου, οι δύο αξιωματικοί παρατηρούσαν έκπληκτοι τους αναρίθμητους πάγκους των μικροπωλητών, αριστερά και δεξιά τής οδού, καθώς και τον κόσμο, που συνεχώς αυξανόταν γύρω από τα ποικίλα εμπορεύματα. Πολλές φωνές ακούγονταν: «Έλα πάρε, πάρε!», «Σκέτη δροσιά τα αγγουράκια μου! Γιά κάθε χρήση, γιά κάθε χρήση, λέμε», «Δυό κιλά, πέντε οβολοί! Τζάμπα πουλάω, τζάμπα!», «Φρεσκοψημμένα είναι, παιδιά! Σουβλάκι καλαμάκι (;;;), σουβλάκι γύρος, σουβλάκι μπιφτέκι! Όλα στα κάρβουνα!», «Έχω και φυλαχτά, έχω και θυμιάματα, πάρε κόσμε!», «Απόλαυση η μελιτζάνα μου, άρχοντες! Πρώτα δοκιμάζεις, έπειτα αγοράζεις!», «Δεν πουλώ, χαρίζω!»…

Ενώ μέχρι εκείνη την στιγμή κανείς δεν είχε προσέξει τους δύο αρματωμένους υπασπιστές τού Δράκοντα, μόλις πλησίασαν την είσοδο τού χώρου συνεδριάσεων, τους σταμάτησε ένας κιτρινιάρης υπάλληλος που, με ύφος εκατόν πενήντα στρατηγών και φωνή αργή και μπάσα (όσο γινόταν), τους είπε απαξιωτικά:

– «Δεν επιτρέπεται, κύριοι. Πού πάτε;».

– «Μάς έστειλε ο επώνυμος άρχοντας», απάντησε ο Τιτανίων.

– «Εδώ εισέρχονται μόνον οι αξιότιμοι βουλευτές, κύριοι. Πηγαίνετε, παρακαλώ, πηγαίνετε».

– «Θέλουμε να δούμε τον πρόεδρο. Είναι επείγον».

– «Α, μάλιστα. Τον αξιότιμο κύριο πρόεδρο. Τέλος πάντων. Αφού είναι επείγον… Πρώτα, όμως, πρέπει να συμπληρώσετε μία αίτηση ακρόασης, να την καταθέσετε στο αρμόδιο γραφείο, να εξεταστεί το αίτημά σας από την αρμόδια επιτροπή και κατόπιν να σας ορίσουμε ημέρα και ώρα ακρόασης».

– «Μα, το ζήτημα είναι φλέγον!».

– «Εδώ υπάρχουν κανόνες και κανονισμοί, κύριοι. Πού νομίζετε ότι βρίσκεστε; Πώς αλλιώς θα λειτουργούσε η δημοκρατία; Έτσι φαντάζεστε ότι διατηρείται ακμαία η λαϊκή κυριαρχία; Ε; Περάστε από το αρμόδιο γραφείο, παρακαλώ. Από ’κει. Ορίστε, ορίστε, από ’κει».

Τότε ακριβώς ακούστηκε πίσω τους μία γνώριμη τσιριχτοφωνούλα: «Καλέ συ, καλέ άσε τ’ αγόρια μας να μπουν να δουν τον Γλυφτιάδη, σκασμένο! Είναι σε υπηρεσία, τα μανάρια μου. Άσε τις τυπικούρες. Σκανταλιάρη!».

«Αμέσως, αμέσως, όπως διατάξετε, άρχοντα Χαλβάδωνη», φώναξε υποτακτικά και δουλοπρεπώς ο υπάλληλος και, στρεφόμενος προς τους δύο αξιωματικούς, εντελώς αλλαγμένος, σαν να ήταν κάποιος άλλος, πρόσθεσε γεμάτος κολακεία και ευγένεια: «Παρακαλώ, εξοχότατοι, παρακαλώ, από εδώ, θα σας οδηγήσω εγώ προσωπικά στο γραφείο τού κυρίου προέδρου τής εκκλησίας τού δήμου, παρακαλώ, παρακαλώ».

Ο αιρετός Γλυφτιάδης είχε ήδη ενημερωθεί από τον αιρετό γραμματέα του, τον Τσουλοκλή, εκείνη την γριά αλεπού, και περίμενε τους δύο Μακρυδόνες φορώντας το πλατύτερο χαμόγελό του:

– «Ωωωωω, τους αγαπητούς μου φίλους! Καλώς ορίσατε, καλώς ήρθατε, περάστε, παρακαλώ, καθίστε. Τι μου κάνετε; Οι γυναίκες; Τα παιδιά; Όλοι καλά; Τι να προσφέρουμε; Κρασάκι; Καλαμάκι; (Εδώ οι δύο αξιωματικοί δεν κατάλαβαν τι εννοούσε). Σουμάδα; Συκαλάκι, που το τρώμε και πολύ εμείς εδώ;».

– «Πρόεδρε Γλυφτιάδη», είπε ήρεμα και πολύ σοβαρά ο Κρανιοθραύστης, «σάς μεταφέρουμε μία κατεπείγουσα επιστολή τού Βασιλέα των Μακρυδόνων, Φιλίππου, και σάς ζητούμε να την μελετήσετε πάραυτα και να μας δώσετε μία σαφή απάντηση».

– «Μα, φυσικά! Βεβαίως και θα την μελετήσουμε! Αλίμονο! Το συζητάτε; Επιστολή τού αγαπητού μας Φιλίππου και δεν θα τύχει τής ανάλογης προσοχής; Να μην ανησυχείτε καθόλου. Όλα θα γίνουν. Όλα στην ώρα τους. Η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα. Αλλά, γιατί δεν κάθεστε;».

– «Πρόεδρε, το θέμα επείγει. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Ορίστε, διαβάστε και μόνος σας».

– «Ε, καλά, λοιπόν, αφού είναι έτσι, ας δούμε τι μας γράφει ο αγαπητός μας ο Φίλιππος».

Ο Γλυφτιάδης έβαλε τα γυαλιά του, πήρε στα χέρια του την επιστολή, φόρεσε το περισπούδαστο ύφος τού πολιτικάντη και ξεκίνησε την ανάγνωση τού κειμένου μουρμουρίζοντας πότε-πότε, δήθεν με ενδιαφέρον: «Μμμμ, πολύ ωραία, πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, μμμμ, λαμπρά, λαμπρά…». Ο Τσουλοκλής στεκόταν πίσω του και διάβαζε κι αυτός πάνω από τον ώμο τού Γλυφτιάδη, ψιθυρίζοντάς του διάφορα και ρίχνοντας κοφτές, πονηρές ματιές στους δύο Μακρυδόνες. Αφού τελείωσε το διάβασμα, ο πρόεδρος σήκωσε τα μάτια του προς τους απεσταλμένους, ξαναφόρεσε το πλατύ του χαμόγελο (έχουν μεγάλη ευκολία σε τέτοιες εναλλαγές οι ρουφιάνοι!) και είπε πρόσχαρα:

– «Έξοχα! Έξοχα! Οι θέσεις και οι προτάσεις τού αγαπητού μου Φιλίππου με βρίσκουν απολύτως σύμφωνο. Δεν έχω καμμία αντίρρηση. Βεβαίως. Θα συμπράξουμε στην αποκατάσταση τής δημοκρατίας σε κάθε γωνιά τής ανατολής. Να είστε βέβαιοι. Λαμπρά! Λαμπρά!».

– «Δηλαδή;», ρώτησε ο Τιτανίων. «Εμείς τι ακριβώς οφείλουμε να αναγγείλουμε στον Βασιλέα;».

– «Εεε, κοιτάξτε τώρα, προς το παρόν μάλλον τίποτε, γιατί η εύρυθμη λειτουργία τού δημοκρατικού πολιτεύματός μας απαιτεί, κατ’ αρχήν, να οριστεί από την εκκλησία τού δήμου, μετά την μεθαυριανή αργία, μία πενταμελής επιτροπή, η οποία θα εξετάσει το αίτημά σας και, μετά τα Μικρά Λούγκρεια, τα οποία θα εορτάσουμε μεγαλοπρεπώς την μεθεπόμενη εβδομάδα, θα αποστείλει τις προτάσεις της στην γενική συνέλευση τού σώματος. Κατόπιν οι προτάσεις θα τεθούν σε μυστική ψηφοφορία και, εάν εγκριθούν, τότε θα αποσταλούν, μετά το πέρας των εορτών προς τιμήν τού Οπισθίου Φαλλού, στο αρμόδιο τμήμα τής βουλής, το οποίο θα ορίσει μία νέα επιτροπή, επταμελή αυτή την φορά, η οποία…».

– «Φτάνει!», κραύγασε αγανακτισμένος ο Τιτανίων, διακόπτοντας την ακατάσχετη γλωσσοδιάρροια τού αιρετού. «Οι Περσινοί ετοιμάζονται να μας αφανίσουν από μέρα σε μέρα, και εσείς μάς μιλάτε γιά επιτροπές, γιορτές, αργίες και ψηφοφορίες;». Ο Κρανιοθραύστης επενέβη γιά να τον ηρεμήσει. Ο Γλυφτιάδης, πάλι, προσπαθώντας να συνέλθει από την τρομάρα, μίλησε καθησυχαστικά:

– «Παρακαλώ, κύριοι, παρακαλώ… Εδώ μιλάμε γιά την εύρυθμη και απρόσκοπτη λειτουργία τού πολιτεύματος… Δηλαδή, γιά να σάς δώσω να καταλάβετε, η εκκλησία τού δήμου…».

– «Ευχαριστούμε, πρόεδρε. Καταλάβαμε», τον διέκοψε εκνευρισμένος ο Κρανιοθραύστης. «Επιτρέψτε μας να αποχωρήσουμε. Αύριο θα επιστρέψουμε στην Μακρυδονία».

– «Ε, καλά, λοιπόν, αφού επιμένετε, να μην σας κρατάω άλλο, εξάλλου βρίσκεται σε εξέλιξη και η προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση μεταξύ των αρχηγών των πολιτικών κομμάτων σχετικά με την προστασία τής ιπτάμενης αρκούδας και… Καταλαβαίνετε… Πάντως, χάρηκα πάρα πολύ που σάς είδα, εύχομαι ολόψυχα καλό ταξίδι και άμεση ευόδωση των κοινωφελών σκοπών σας. Διαβιβάστε, παρακαλώ, τους ειλικρινέστερους και θερμότερους χαιρετισμούς μου στον αγαπητό μου Βασιλέα Φίλιππο και διαβεβαιώστε τον ότι…».

Οι δύο αξιωματικοί, όμως, είχαν ήδη αποχωρήσει από το γραφείο τού Γλυφτιάδη και δεν άκουσαν τον επίλογο τού φλύαρου πολιτικάντη. Το επόμενο πρωί, νωρίς-νωρίς, αφού προγευμάτισαν πρόχειρα, ίππευσαν και αναχώρησαν αμίλητοι και σκεφτικοί γιά την Μακρυδονία, προκειμένου να αναφέρουν στον Ηγεμόνα τα τής αποστολής τους.

Οι αγριοφωνάρες τού εξοργισμένου Φιλίππου ακούγονταν σε ολόκληρο το στρατόπεδο: «Τι πράγμα; Πώς το είπες; Επιτροπές; Αργίες; Γιά πιάστε, ρε, το λεξικό των καλιαρντών να δούμε τι ήθελαν να μας πουν οι καργιόληδες! Εδώ ο κόσμος καίγεται και το πολίτευμα χτενίζεται! Γρονθέα! Γρονθέα!».

Ο βασιλικός ταχυδρόμος Γρονθεύς έφτασε τρέχοντας στην σκηνή τού Βασιλιά. «Διατάξτε, Φίλιππε!», φώναξε μπαίνοντας. «Γράφε!», τού απάντησε απότομα ο Φίλιππος, και υπαγόρευσε σύντομα: «Αγαπητοί πρωτευουσιάνοι, ραντεβού στην Χαιρώνεια! Εγκάρδια, Φίλιππος». «Γιά ποιόν είναι το μήνυμα, Βασιλέα;», ρώτησε ο Γρονθεύς. «Γιά εκείνους εκεί χάμου, ξέρεις εσύ!», απάντησε ο βλοσυρός γεροπολέμαρχος και βγήκε από την σκηνή γιά να ελέγξει προσωπικά την ετοιμότητα των σκοπών τού στρατοπέδου».

Από αυτό το σημείο και μετά, ο κώδικας δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση. Με πολύ κόπο κατάφερα να διακρίνω ότι εκεί, στην Χαιρώνεια, οι Μακρυδόνες δεν χρησιμοποίησαν, όπως αρχικά είχαν αποφασίσει, τις τεράστιες σάρισές τους, επειδή δεν υπήρχε άμεση ανάγκη γιά τόσο βίαιες λύσεις. Κάνοντας χρήση τού ελαφρώς κοντύτερου (αλλά προφανώς αποτελεσματικότερου, όταν έχεις να κάνεις με «τέτοιους» αντιπάλους) «(αν)ατομικού» οπλισμού τους, «έπεισαν» (από παντού) τους πρωτευουσιάνους (που το καταφχαριστήθηκαν!) να συμμαχήσουν μαζί τους, ώστε να αντιμετωπίσουν από κοινού, θαρραλέα και δυναμικά, τον εξ ανατολών κίνδυνο. Αυτό θα πει διπλωματία!

.

.

Αθανάσιος Τσακνάκης

.

.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: