h1

ΜΕΤΑΞΥ ΣΟΒΑΡΟΥ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΟΥ – Ο ΕΚΠΕΡΔΕΥΤΙΚΟΣ

16/12/2012

_apodomisi.

.

Οι Κεχηναίοι

.

Πρόσωπα και Χαρακτήρες τής Κεχήνης

 .

 .

Η Κεχήνη είναι μία χώρα πολύ μακρινή. Βρίσκεται κυριολεκτικά σε άλλον πλανήτη. Εκεί κατοικεί το περήφανο κεχηναϊκό έθνος, οι Κεχηναίοι, και στα κείμενα που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε να τους γνωρίσουμε. Κάποτε διάβασα σε ένα λεξικό ότι «κεχηναίος», στην αρχαία ελληνική, σημαίνει «χαχόλος», «χάνος», «αποβλακωμένος», αλλά νομίζω ότι πρόκειται γιά απλή σύμπτωση, αφού οι αρχαίοι Έλληνες δεν ταξίδεψαν ποτέ σε άλλους πλανήτες…

 .

Αθανάσιος Τσακνάκης

.

.

Ο Εκπερδευτικός

.

 .

Η κεχηναϊκή Ιστορία θυμάται με πικρό δάκρυ και με πολύ πόνο…: κατά την φρικτή εκείνη εποχή, όταν η αποτρόπαια σοσιαληστρική τυραννία επιβλήθηκε στην κατατρεγμένη Κεχήνη, καταστρέφοντας κάθε αξία, καταλύοντας κάθε νόμο και επιφέροντας τον όλεθρο, πολλά φθονερά είδη σιχαμερών ερπετών άρπαξαν την μαύρη ευκαιρία και άρχισαν να σέρνονται μοχθηρά έξω από τις υπόγειες βοθρότρυπές τους και να σκαρφαλώνουν ύπουλα, χαμογελώντας πονηρά, στις διαλυμένες βαθμίδες τής κεχηναϊκής κοινωνικής κλίμακας, παριστάνοντας (με αρκετή επιτυχία) τους ανθρώπους και χρησιμοποιώντας (με τεράστια επιτυχία) κάθε μορφής φθονερό τέχνασμα και όπλο (μίσος, συκοφαντία, ψεύδος, ατιμία, απάτη, δόλο, διαφθορά, κακία, προπέτεια, θράσος, εκβιασμούς και άλλα τερπνά) προκειμένου να επιτύχουν τους εθνοκτόνους σκοπούς τους, τους οποίους δεν είχαν πραγματοποιήσει πριν από τριανταπέντε περίπου χρόνια, όταν είχαν συμμαχήσει με κάθε εχθρό τού κεχηναϊκού έθνους (τότε ήταν έθνος, τώρα έγινε μπουρδέλο) και είχαν αιματοκυλίσει την χώρα.

Μεταξύ των στοιχείων αυτού τού επάρατου συρφετού των βρικολάκων συγκαταλεγόταν και ο Εκπερδευτικός (εκ τού κεχηναϊκού ρήματος perdomai, που σημαίνει «διαδίδω τον σοσιαλησμό»), ο οποίος κατόρθωσε, υβρίζοντας και κοπρίζοντας τα πάντα στο πέρασμά του, να ανέλθει (πατώντας επί πτωμάτων) σε μία αρκετά υψηλή κοινωνική βαθμίδα, να γαϊδουροδέσει στο κεχηναϊκό δημόσιο («ταΐστε με, κορόιδα, γιατί υπάρχω»), να κονομήσει από αρπαχτές και αργομισθίες («νόμος είναι το δίκιο τού τεμπέλη»), και να καθίσει φαρδύς-πλατύς επάνω στο εξαθλιωμένο σβέρκο τού υπόδουλου κεχηναϊκού λαού. Το δικτατορικό καθεστώς (των Παπατζήδων) αναγνώρισε αμέσως (ε, καλά τώρα!) τις πολύτιμες υπηρεσίες τού Εκπερδευτικού και, αφού τον εφοδίασε με πλήθος ρυπαρών και νοσηρών θεωριών, ιδεολογημάτων, συγγραμμάτων και βιβλίων (τα παλαιότερα Βιβλία τα είχαν ήδη κάψει), τού ανέθεσε (βάσει ενός πολύ καλά οργανωμένου και σατανικότατου σχεδίου) την Εκπέρδευση (δηλαδή την «διδασκαλία τού σοσιαλησμού») των νεώτερων γενεών, αρχικά μέσα στα πλαίσια τής «Αλλαής» (άγνωστος όρος) και αργότερα τού «Εξυγχρονισμού» (επίσης άγνωστος όρος) τού κεχηναϊκού εκπερδευτικού συστήματος. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η ολοκληρωτική καταστροφή τού κεχηναϊκού λαού… (Ζωή σε λόγου σας!).

Ας επανέλθουμε, τώρα, στο ρημαγμένο και τρισάθλιο παρόν… Ο Άκης (εκ τού Τενεκεδάκης) είναι ένας υπερήφανος Κεχηναίος εκπερδευτικός τρίτης γενιάς (όπως λέμε «πύραυλοι τρίτης γενιάς», «βλήματα τρίτης γενιάς» και λοιπά). Σπούδασε (τρόπος τού λέγειν) στο Ορθάνοιχτο Πανεπιστήμιο τής Κεχήνης (μεγάλη εφεύρεση, μάγκες!) και έκανε και μεταπτυχιακό με θέμα την «Ωχαδερφική προσέγγιση στην σύγχρονη Εκπέρδευση». Παραλίγο θα έκανε και διδακτορικό αλλά, ενώ παραθέριζε στην Σύκονο (κεχηναϊκό νησί, φημισμένο γιά τις συκιές του), τον κάλεσαν γιά διορισμό στο κεχηναϊκό δημόσιο (νά ’ναι καλά ο βουλευτής μας, ο κύριος Λαμόγιας), οπότε σκέφτηκε (και πολύ σωστά!) ότι πλέον δεν υπήρχε απολύτως κανένας λόγος να ξαναπιάσει βιβλίο στα χέρια του. Επειδή, τώρα, είχε παρακολουθήσει (από τα τραπέζια των κυλικείων) και πολλά επιδοτούμενα σεμινάρια και είχε συμμετάσχει (τουριστικώς και καφενειακώς) σε πολλά επιχορηγούμενα συνέδρια (ε, ήταν και λίγο γλειφτράκι, εδώ που τα λέμε), αναρριχήθηκε τάχιστα στην εκπερδευτική ιεραρχία και τώρα είναι τοποθετημένος (άκου να δεις τύχη!) σε κάποιο ταλαίπωρο σχολείο λίγο πιό κάτω από το σπίτι του. Καμαρώστε τον…

Το ξυπνητήρι ήχησε ενοχλητικά. Ο Άκης μισάνοιξε τα θολωμένα μάτια του, κοίταξε την βάρβαρη ώρα, αναστέναξε βαθειά, σχεδόν πένθιμα, και «άφησε» έναν θορυβώδη (και δύσοσμο) «στοχασμό» κάτω από την κουβέρτα (άλλοτε τους αφήνει κούφιους, πάει ανάλογα με την διάθεση). Σηκώθηκε νωχελικά, φόρεσε με ραθυμία τις παντούφλες του, κινήθηκε τεμπέλικα προς την βιβλιοθήκη του (δυόμιση βιβλία, διακόσια τσοντοπεριοδικά και εξακόσια σι-ντι με παρακμιακά καψουροτράγουδα) και αναζήτησε απεγνωσμένα την ατζέντα του. Την μελέτησε προσεχτικά, τρεις και τέσσερις φορές: «Το σαββατοκύριακο μόλις πέρασε, το καλοκαίρι δεν ήρθε ακόμη, οι γιορτές αργούν, συνέλευση δεν έχουμε, γενική συνέλευση δεν έχουμε, ειδική συνέλευση δεν έχουμε, οι εκλογές στο συνδικαλιστικό όργανο (και αυτό «όργανο» ονομάζεται) θα γίνουν την ερχόμενη εβδομάδα, αργία δεν είναι, ημιαργία δεν είναι, απεργία δεν κάνουμε, εκδρομή δεν ορίσαμε, περίπατο δεν κανονίσαμε, κατάληψη δεν θα γίνει, πορεία κάναμε την περασμένη εβδομάδα, «ακραία» καιρικά φαινόμενα (κανένα ψιλόβροχο, δηλαδή) δεν βλέπω, την εξάμηνη αναρρωτική άδεια την εξάντλησα με εκείνο το κρυολόγημα… Φτου, να πάρει ο διάολος! Φτου, να πάρει η οργή! Πρέπει να δουλέψω! Την ατυχία μου, μέσα! Ζωή είναι κι αυτή;». Πέταξε φουρκισμένος παραπέρα την ατζέντα του και σύρθηκε κατάκοπος, σωστό ερείπιο, γιά να ετοιμαστεί και να πάει στην «δουλειά» του…

Το σχολικό κουδούνι ήχησε (και πάλι ενοχλητικά). Ευτυχώς που η προσευχή και ο εθνικός ύμνος έχουν καταργηθεί (γιά τίποτε φασίστες μάς περάσατε;). Η μαθητιώσα (μην παίρνετε και όρκο) νεολαία έσβησε τους μπάφους και τα στριφτά και σύρθηκε ετοιμόρροπα στις αίθουσες. Πίσω της σύρθηκαν και οι Εκπερδευτικοί της, ανταλλάσσοντας σοφές επιστημονικές απόψεις και συζητώντας εμβριθώς ορισμένα αυστηρώς εκπερδευτικά ζητήματα: το νέο μισθολόγιο, τις έκτακτες αργίες, την επέκταση τής περιόδου των διακοπών, τις μεγαλειώδεις απεργιακές κινητοποιήσεις, τα πολυπόθητα ρουσφέτια, τις αξιοκρατικές (γιατί γελάτε;) μεταθέσεις, τα ποικίλα και σημαντικά επιδόματα (παπαρολογίας, κωλοφαρδίας, οκνηρίας, οσφυοκαμψίας, συνδικαληστρικής δράσης, κακαλοξυσίματος, κοπής νυχιών) και άλλα σημαντικά θέματα τού κλάδου (Πώς λέμε «την μπανάνα σου και στον κλάδο σου»; Κάπως έτσι). Ο λατρευτός μας Άκης έχει μάθημα την τέταρτη ώρα (και τον κουβαλούν εκεί από την πρώτη, οι παλιάνθρωποι!), επειδή προηγείται η Γυμναστική (κλωτσοπατινάδα), η Μουσική (χαβαλές) και οι Πολιτιστικές Εκδηλώσεις (επίσκεψη στο κυλικείο τού σχολείου). Από τότε που εντέχνως αλλοιώθηκε η κεχηναϊκή γλώσσα (ώστε να αυξηθούν αισθητά οι ηλίθιοι) και ευφυώς παραποιήθηκε η κεχηναϊκή ιστορία (ώστε να μειωθούν αισθητά οι μορφωμένοι), ο Άκης, όπως και κάθε Τενεκεδάκης, ανέλαβε ευχαρίστως να διδάσκει και τα δύο… (Παλιά μας τέχνη κόσκινο).

Περιμένοντας να φτάσει η καταραμένη τέταρτη ώρα, μπήκε καταπονημένος στο γραφείο των «καθηγητών» (έχασαν και οι δόλιες οι λέξεις το νόημά τους, βρε παιδί μου…). Χασμουρήθηκε. Ξαναχασμουρήθηκε. Ξαναματαχασμουρήθηκε. Έφτιαξε έναν δυνατό καφέ (τύπου «πουτσίνο» ή κάπως έτσι). Άναψε ένα τσιγάρο. Σωριάστηκε σε μία πολυθρόνα τού γραφείου. Έπιασε στα κουρασμένα (φαντάζεστε από τι) χέρια του το ημερήσιο πρόγραμμα. Τότε ταράχτηκε. Κοκκίνισε. Μετά πρασίνισε. Έπειτα κιτρίνισε. «Πεντάωρο;», αναφώνησε κατάχλομος και ημιθανής. Ένιωσε τα πόδια του να κόβονται. Άρχισε να τρέμει. «Πεντάωρο δευτεριάτικα;». Θόλωσε. Ζαλίστηκε. «Ε, όχι, ρε γαμώτο!», ψιθύρισε και λιποθύμησε.

Δυό-τρεις συνάδελφοί του τον πλησίασαν τρομαγμένοι, του έτριψαν τα χέρια, του έκαναν αέρα, του πρόσφεραν νερό, τον ρώτησαν εάν είναι καλά, εάν συνήλθε, εάν χρειάζεται γιατρό ή νοσοκομείο. Αφού βεβαιώθηκαν ότι ξεπέρασε τον μεγάλο κίνδυνο, έντρομοι αναλογίστηκαν και εκείνοι τις τραγικές συνθήκες υπό τις οποίες ασκούν το λειτούργημά (κλίνεται όπως το κακούργημα) τους, πόσο αναγκάζονται να εργάζονται, συλλογίστηκαν το βάρος τής βιοπάλης, το άγχος τού μεροκάματου, τον κόπο τον απέραντο, και επέστρεψαν σοκαρισμένοι και καταπτοημένοι και σκεφτικοί και λυπημένοι… στις πολυθρόνες τους. Βλέπετε, είχαν κι αυτοί πεντάωρο… Εσείς;

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Επειδή κατηγορήθηκα ότι δεν αναφέρω πουθενά τις πηγές τής έρευνάς μου, παραθέτω αμέσως τις δύο σημαντικότερες εξ αυτών: (1) «Ρεπούστειος Ιστορία τού Κεχηναϊκού Έθνους (και κανά δυό άλλων)», τόμοι 986, συλλογικό έργο, Εκδόσεις Μουροχαβλείου Ιδρύματος Ιστορικής Αναθεώρησης, Κεχήνη 2156, και (2) «Tsoglan hava, haivan asker», τόμοι 487, συλλογικό έργο, μετάφραση Μ. Α. Λάκκογλου, Εκδόσεις «Ξύσ’ τ’ αντίδια σ’ με κασμά», Βουρκιστάν 2155 (Ε, μην μας λένε και τίποτε τυχάρπαστους!)

 .

 .

.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: