h1

ΜΕΤΑΞΥ ΣΟΒΑΡΟΥ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΟΥ – ΠΟΥΣΤΑΦΑ ΡΕΜΑΛ

05/12/2012

mustafa_kemal_atatuerk_1689955.

.

Οι Κεχηναίοι

.

Πρόσωπα και Χαρακτήρες τής Κεχήνης

 .

 .

Η Κεχήνη είναι μία χώρα πολύ μακρινή. Βρίσκεται κυριολεκτικά σε άλλον πλανήτη. Εκεί κατοικεί το περήφανο κεχηναϊκό έθνος, οι Κεχηναίοι, και στα κείμενα που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε να τους γνωρίσουμε. Κάποτε διάβασα σε ένα λεξικό ότι «κεχηναίος», στην αρχαία ελληνική, σημαίνει «χαχόλος», «χάνος», «αποβλακωμένος», αλλά νομίζω ότι πρόκειται γιά απλή σύμπτωση, αφού οι αρχαίοι Έλληνες δεν ταξίδεψαν ποτέ σε άλλους πλανήτες…

Αθανάσιος Τσακνάκης

.
.

.

Πουσταφά Ρεμάλ,

ο επονομαζόμενος «Πατσαβούρκ»

 .

 .

Ουψ! Παράκαμψη! Σε τούτο το επιστημονικότατο (όπως πάντα, άλλωστε!) κείμενό μου, σας την έφερα κανονικά και δεν πρόκειται να ασχοληθώ με κάποια γνήσια μορφή τού ηρωικού και τρισένδοξου κεχηναϊκού έθνους (που ακόμη δεν ψόφησε), αλλά με μία μορφή μπάσταρδη (δηλαδή, προς αποφυγήν παρεξηγήσεως, εννοώ «μη γνήσια»). Και εξηγώ πάραυτα: θα μιλήσουμε γιά έναν μεγάλο ηγέτη ενός άλλου έθνους (ο Θεός να το κάνει!), γειτονικού προς το κεχηναϊκό (αυτό θα πει γκαντεμιά!), ο οποίος ισχυριζόταν (είχε κώλυμα το παλικάρι) ότι είχε γεννηθεί επί κεχηναϊκού εδάφους, προφανώς γιά να κρύψει, ο φουκαράς, το γεγονός ότι τον αμόλησαν πρόωρα, τον δόλιο, έξω από μιά σκοτεινή σπηλιά, στην μέση κάποιας σιχαμερής και αφιλόξενης στέπας. Ε, συμπλέγματα είναι αυτά (κόμπλεξ, που λένε και στα αγγλόφωνα κουτσοχώρια μας), τι να κάνουμε τώρα;

Δίπλα, λοιπόν, στην πανάρχαια Κεχήνη (που, ξαναλέω, ακόμη δεν ψόφησε) και επάνω σε εδάφη που πάντοτε ήταν κεχηναϊκά, απλώνει την βορβορώδη και ρυπογόνο παρουσία του ένα βρομερό συνονθύλευμα ανθρωπόμορφων ληστών, βιαστών, φονιάδων, σφαγέων, απατεώνων και κλεφτοκοτάδων, το οποίο ισχυρίζεται (είπαμε, βίτσια είναι αυτά!) ότι αποτελεί το μεγάλο Βουρκιστανικό Σκυλολόι (κάτι σαν έθνος, δηλαδή), που έδωσε στην καταπατημένη χώρα και το προσωρινό όνομά της: Βουρκιστάν. Μέσα σε αυτό το Σκυλολόι, λοιπόν, γεννήθηκε (καλά, μιλάμε γιά την επιτυχέστερη τερατογένεση στην ιστορία τού Βουρκιστάν) και ο μεγάλος ηγέτης, αν και οι κακές γλώσσες διαδίδουν ότι δεν ήταν ούτε Βουρκιστάνος (όνομα εθνικό), αλλά κάτι «άλλο». Τέλος πάντων…

Ο νεαρός Πουσταφά (όνομα βαφτιστικό) έμαθε από μικρός να γαυγίζει την βουρκιστανική γλώσσα και να προσεύχεται στον Αχ-Βαχ (μία ντόπια θεότητα ή κάτι τέτοιο), ανασηκώνοντας, όπως όλοι οι άλλοι πιστοί (πιστοί σαν σκυλιά, οι κερατάδες), τον κώλο του προς τον ουρανό και προσμένοντας υπομονετικά την … ευλογία. Διδάχτηκε, επίσης, και μία χρήσιμη και παραδοσιακή τέχνη, εκείνη τού σφαγέα, ώστε να μπορεί να κερδίζει τίμια το πιλάφι του, και γεγονός είναι ότι διακρίθηκε σε αυτήν και, γι’ αυτόν τον λόγο, ονομάστηκε τιμητικά Αρχισφαγέας. Οι εκλεκτές συναναστροφές του αποτελούνταν από την αφρόκρεμα του ντόπιου και διεθνούς συνδικάτου τού εγκλήματος, ενώ σχετικά νωρίς εμφάνισε και μία έντονη κλίση προς το αλκοόλ (καλά, μεγάλη μπεκροκανάτα ο τύπος!), πράγμα που τον εξωθούσε συνεχώς προς την αναζήτηση καλών μπαρ. Σε αυτή την απεγνωσμένη αναζήτηση, ακριβώς, αποδίδουν και οι ιστορικοί το αδιάψευστο γεγονός ότι συνοδευόταν συνεχώς από πολλούς «καλομπαράδες», δηλαδή ιδιοκτήτες καλών μπαρ, που του παρείχαν αφειδώς αυτό που τον ξετρέλαινε (το αλκοόλ εννοώ, και δεν θέλω πονηρές σκέψεις!).

Με τούτα και με κείνα, ο Ρεμάλ (το καλλιτεχνικό του) αναδείχτηκε σε επιφανέστατη φυσιογνωμία τού Βουρκιστάν (πράγμα αναμενόμενο, αν όχι προσχεδιασμένο), αντάξια, ως προς την ανατροφή, την καλλιέργεια και το ήθος, όλων των διάσημων μορφών εκείνης τής χώρας. Όταν, λοιπόν, με κόπ(ρ)ους και με βάσανα, κατόρθωσε να συγκεντρώσει στα μπροστινά του πόδια (αυτά που, σε άλλους λαούς, ονομάζονται χέρια) μεγάλη δύναμη και εξουσία, προσπάθησε, πάλι με κόπ(ρ)ους και με βάσανα, να περάσει μία επίστρωση (ένα βερνίκι) πολιτισμού και στον δικό του λαό, ώστε να μοιάζει, έστω εξωτερικά, έστω λίγο, με τους γειτονικούς λαούς, αλλά μάλλον δεν σημείωσε, ο κακομοίρης, και πολύ μεγάλη επιτυχία, επειδή η βαρβαρότητα και η κτηνωδία αποτελούσαν ανέκαθεν υπέρτατες αξίες τής φυλής που διοικούσε (αλλά και … τής «άλλης», από την οποία καταγόταν), και γι’ αυτό παρέμειναν ακατάλυτες στους αιώνες των αιώνων. Δεν βαριέστε, όμως, όλα γιά τους ανθρώπους (λέμε τώρα) είναι…

Η καταραμένη ώρα και η κακιά στιγμή (αλλά και η διακεκριμένη κεχηναϊκή μαλακοσύνη) συνέδεσαν, κάποτε, την περίλαμπρη πολιτική και στρατιωτική πορεία τού Πουσταφά (ξέρετε: γενοκτονίες, λεηλασίες, φονικά και άλλα τέτοια όμορφα) με τις τύχες τού κεχηναϊκού έθνους, το οποίο, σε εκείνη την τρισκατάρατη περίοδο, ενώ μόλις είχε βιώσει ένδοξες στιγμές στρατηγικού, στρατιωτικού και απελευθερωτικού μεγαλείου, επέτρεψε (παλιά του τέχνη κόσκινο) στους πολιτικούς του να επανέλθουν στην εθνική σκηνή, συγχέοντας προφανώς την σκηνή με το σκοινί, από το οποίο θα έπρεπε να τους είχε προ πολλού … αναρτήσει. Τότε, λοιπόν, υπό την εποπτεία τού πεπειραμένου (και κωλόφαρδου, πλέον) Αρχισφαγέα και των ξεφτιλισμένων ξένων συμβούλων του (που μέχρι τότε παρίσταναν, οι ρουφιάνοι, τους συμμάχους των Κεχηναίων!), συντελέστηκε εις βάρος τού κεχηναϊκού έθνους η μεγαλύτερη και φρικτότερη γενοκτονία (στην κεχηναϊκή γλώσσα λέγεται «συνωστισμός»), μαζί με μία ιδιαιτέρως εκτεταμένη απώλεια εθνικού εδάφους (το λένε «παραχώρηση»), καθώς και μία ανατριχιαστική καταστροφή πολιτισμικών αξιών και πολιτιστικών επιτευγμάτων (λέγεται «ελεύθερη έκφραση»). Ωστόσο, γιά να λέμε και τα θετικά και να μην είμαστε άδικοι, η «δημοκρατία» τότε θριάμβευσε και η «λαϊκή κυριαρχία» τότε επανήλθε τροπαιούχος (κάποιοι το γράφουν με έψιλον, αλλά δεν ξέρω γιατί) στην ηρωική Κεχήνη (που έμεινε μισή και ρημαγμένη).

Μετά την εκρίζωση του κεχηναϊκού έθνους από εκείνη την κεχηναϊκή γη, ο Πουσταφά Ρεμάλ αναγνωρίστηκε ως εξέχουσα μορφή τού λαού που διοικούσε, και του προσδόθηκε το τιμητικό προσωνύμιο Πατσαβούρκ (άγνωστης ετυμολογίας), με το οποίο παρέμεινε στην βουρκιστανική ιστορία. Επίσης, κάθε φορά που τον αντίκριζαν (μέχρι που ψοφολόγησε και ησύχασε γιά λίγο η ευρύτερη περιοχή), αναφωνούσαν ενθουσιωδώς «είσαι ο πατέρας μας, τέρας μας, τέρας μας!», υπονοώντας, μάλλον, κάτι γιά την μάνα τους. Τι; Δεν ξέρω να σας πω.

Βέβαια, ορισμένοι Κεχηναίοι (και όχι μόνον) διανοητές, συγγραφείς και ιστορικοί εξακολούθησαν να τον αποκαλούν με το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του, δηλαδή Αρχισφαγέα, αλλά πολύ γρήγορα η κεχηναϊκή δημοκρατία (γιατί γελάτε, παρακαλώ;) και διανόηση (πάλι γέλια ακούω) τους έθεσε στο περιθώριο και ακόμη προσπαθεί να τους εξοντώσει οικονομικά, κοινωνικά και ηθικά, γιατί «ποιός είσαι εσύ, ρε κύριε, που θα εκφράσεις την γνώμη σου, όταν αυτή δεν συμβαδίζει απόλυτα με το κάθε ελεγχόμενο και αδρά αμειβόμενο κοπρόσκυλο που παριστάνει τον ιστορικό αναθεωρητή;». Ε, έχουν και ένα δίκιο οι άνθρωποι, εδώ που τα λέμε. Δεν έχουν;

[Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, ζώα, πράγματα, καταστάσεις και γεγονότα είναι εντελώς συμπτωματική. Κανένα από τα ανωτέρω φανταστικά γραφόμενα δεν πρέπει να διαταράσσει τον βαθύ, σχεδόν επιθανάτιο, ύπνο μας.]

.

.

Αναδημοσίευση επιβάλλεται με την αυτονόητη αναφορά στον συγγραφέα και την πηγή.

.

.

Advertisements

One comment

  1. Νομίζω ότι, το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο δεν ήταν Ρεμάλ, αλλά Κρεμάλ



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: