Archive for Σεπτεμβρίου 2012

h1

Η ΡΩΜΑΪΚΗ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ

29/09/2012

.

.

Η Ρωμαϊκή Καππαδοκία

.

Ή άνατολικώτατη χώρα τής Μ. Ασίας, Ν. τού Πόντου και Β. τής Κιλικίας, οριζόταν Δ. μέχρι τήν έρημο τής Λυκαονίας και Α. μέχρι τον άνω ρου τού Ευφράτη. Το νότιο τμήμα της, Περί τον Ταύρο, ονομαζόταν Καταονία. Χώρος σύνθεσης τού ελληνοϊρανικού πολιτισμού χειραφετήθηκε πολύ νωρίς από τούς Επιγόνους. Το α’ μισό τού 3ου αι. π.Χ. ό ευγενής Άριαράθης ίδρυσε αυτόχθον βασίλειο. Ο εξελληνισμός και οι καλές σχέσεις με τή Ρώμη υπήρξαν μόνιμη επιλογή των διαδόχων του. Το 36 π.Χ. ό ‘Αντώνιος έδωσε το βασίλειο στον φίλο του Αρχέλαο και στη συνέχεια ό Αύγουστος τού παραχώρησε τμήματα τής Τραχείας Κιλικίας και τής Μικράς Αρμενίας. Το 17 μ.Χ., επί Τιβερίου έγινε ρωμαϊκή Επαρχία, πλήρως εξελληνισμένη πια αφού ακόμη κι οι μικρές εβραϊκές κοινότητες ήσαν ελληνόφωνες. Η γεωγραφική της απομόνωση από τον ελληνορωμαϊκό κόσμο αντισταθμιζόταν από τή στρατηγική της Θέση, στο ανατολικό σύνορο. Η οικονομία της βασιζόταν στην κτηνοτροφία, τήν ιπποτροφία και τον ορυκτό πλούτο. Οι δέκα στρατηγίες τού παλαιού Βασιλείου (Γαρσαυρίτις, Τυανίτις, Κιλικία, Καταονία, Μελιτίνη, Μοριμηνή, Χαμανηνή, Σαραουηνή, Λαουϊανσηνή, Σαργαραυσηνή) και ή εύφορη και στρατηγική περιοχή των Κυβίστρων πού τής προσέθεσε ό Πομπήϊος αποτέλεσαν τις ένδεκα αρχικές επαρχίες τής ρωμαϊκής Καππαδοκίας.

Η φυλετική πολιτική οργάνωση και ό συγκεντρωτισμός (‘’αρχιδιοικητής” και “στρατηγοί”) διατηρήθηκαν ενώ ή χώρα έγινε κέντρο στρατολόγησης δούλων. Ο αστικός βίος ήταν ανύπαρκτος με εξαίρεση κάποιες πόλεις, κυριώτερες των οποίων τα Κύβιστρα, τα Τύανα-Ευσέβεια προς Ταύρω και το Μάζακα-Ευσέβεια προς Αργαίω. Η τελευταία, γνωστή αργότερα ως Καισάρεια, είχε υιοθετήσει το νομοθετικό σύστημα τού Χαρώνδα και ήταν ή πρωτεύουσα τού Κοινού…..
.
.

Ολόκληρο το κείμενο ΕΔΩ
.
.
.

Advertisements
h1

ΟΥΡΑΝΙΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ

29/09/2012

 

.

.

Εάν γι’ αυτόν που έχει χρήματα και δεν ελεεί υπάρχει κόλασης, πόσο μεγαλύτερη κόλασης υπάρχει για κείνον ο οποίος μπορεί να δώσει μια οποιαδήποτε καλή συμβουλή προς ωφέλεια, και δεν την δίνει;
Όταν δίνεις ελεημοσύνη, το σώμα τρέφεις΄ με την καλή συμβουλή την ψυχή σώζεις. Με την ελεημοσύνη εμποδίζεις τον πρόσκαιρο θάνατο του σώματος, με τον καλό, όμως, λόγο τον αιώνιο θάνατο της ψυχής απομακρύνεις.

.
Αγ. Ιω Χρυσόστομος
.
.
.

h1

Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΑΛΒΑΝΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΥ

27/09/2012

.

.

Η ανάπτυξη του αλβανικού εθνικισμού και οι επιπτώσεις επί του

Βορειοηπειρωτικού

 

(Προσημείωση: Το κείμενο αυτό γράφεται με το ακόλουθο σκεπτικό: Αν δεν γνωρίζεις τους γείτονές σου, δεν γνωρίζεις ούτε τον εαυτό σου.)

.

Το 1901 τυπώθηκε στην Αθήνα από το τυπογραφείο του Υπουργείου Στρατιωτικών, κατά μετάφραση εκ του γερμανικού από τον ίλαρχο Ευγένιο Ρίζο Ραγκαβή το βιβλίο του Αυστριακού αντιστράτηγου και Ιππότη του «Τάγματος του Φραγκίσκου Ιωσήφ», Αντωνίου Τούμα φον Βάλδκαμπφ με τίτλο «Ελλάς, Μακεδονία και Νότιος Αλβανία, ήτοι η Μεσημβρινή Ελληνική Χερσόνησος». Από το βιβλίο αυτό αποσπώ μερικές φράσεις που ενδιαφέρουν το θέμα μας:

.

«Το μέγιστον μέρος των κατοίκων του προς νότον της Χερσονήσου του Αίμου ανήκει εις το ελληνικόν στοιχείον. Εις τούτο δέον να καταλογισθώσι και αι εξελληνισθείσαι ήδη φυλαί των νοτιοαλβανών ή Τοσκων…» (σ. 176).

«Οι Ηπειρώταί εισι σήμερον έτι επίσης γενναίοι, ως και κατά την εποχήν του Πύρρου, και η ανάμειξις αυτών μετʹ Αλβανών ουδόλως επηρέασεν επί της αρετής ταύτης…» (σ. 178).

«Η νεοελληνική γλώσσα ωμοίαζε, προ 60 ετών ιδίως, εν Ηπείρω εγγύτατα προς την αρχαίαν ελληνικήν…» (σ. 180).

«Οι Αλβανοί έπονται αριθμητικώς των Ελλήνων.»

«Το εγχώριον όνομα των Αλβανών είναι ʺΣκιπιτάρʺ (κάτοικοι των βράχων), υπό δε των κυριάρχων αυτών Τούρκων καλούνται ʺΑρναούταιʺ» (σ. 184).

«Υπό το όνομα Αρβανίται αναφέρονται οι Αλβανοί κατά πρώτον τον 11ov αιώνα» (σ. 184).

«Οι Αλβανοί υποδιαιρούνται εις δύο κυρίως φυλάς, προς βορράν μεν των Γκέκιδων και προς νότον των Τόσκων, ους χωρίζει αρκούντως ακριβώς ο ποταμός Σκούμπης, όστις αποτελεί και το προς βορράν όριον της χώρας περί ης πραγματεύεται το παρόν βιβλίον.» (σ. 185).

«Οι Γκέκαι και οι Τόσκαι διαφέρουσιν αλλήλων περισσότερον αφʹ ότι συνήθως υποθέτει τις. Καίτοι η γλώσσα αυτών είναι η αυτή, μετά δυσχερείας εννοούσι αλλήλους και τρέφουσιν αμοιβαίον μίσος, βέβαιον δʹ είναι ότι οι βόρειοι Γκέκαι δύνανται έτι να θεωρηθώσιν ως ημιβάρβαροι, ενώ οι νότιοι Τόσκαι, και ιδίως οι Αλβανοί της Ελλάδος, ίστανται επί ανωτέρας βαθμίδος πολιτισμού.» (σ. 185).

«Περίεργον είναι ότι τους εν μεσημβρία Τόσκους χαρακτηρίζει ιδίως ξανθή κόμη και φαιοί οφθαλμοί, ενώ αι βόρειαι φυλαί εισί μάλλον μελαψαί…» (σ. 185)….

.

.

.

Ολόκληρο το κείμενο του κυρίου Καργάκου στο : www.e-istoria.com

.

.

.

Συντομευμένος σύνδεσμος :  http://wp.me/p12k4g-20x

.

.

.

h1

ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΕΟΚΑ – ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ

27/09/2012

.

.

Στυλιανού Μιλτιάδης

 .

Ο Στυλιανού Μιλτιάδης γεννήθηκε στο χωριό Τάλα, της επαρχίας Πάφου, στις 16 Ιουνίου 1937. Έπεσε μετά από μάχη στις 7 Μαρτίου 1957, μεταξύ των χωριών Τάλας και Κισσόνεργας. Γονείς του οι Στυλιανός Λεωνίδα και Μελπομένη Στυλιανού. Αδέλφια: Παναγιώτης, Ανδρούλα, Μαρούλα, Στέφανος, Ελένη και Ευφροσύνη.

Ο Μιλτιάδης Στυλιανού τελείωσε το δημοτικό σχολείο Τάλας. Το 1955 ήταν μαθητής στην Ε΄ τάξη του Κολεγίου Πάφου, όταν εντάχθηκε στην ΕΟΚΑ και ανέλαβε την ομάδα του χωριού του. Συνεργαζόταν στενά με τον ήρωα Χρίστο Κκέλη, ο οποίος είχε άμεση επαφή με τον τομεάρχη Πάφου. Έλαβε μέρος σε πολλές ενέδρες μεταξύ Κτήματος – Πέγειας. Βοήθησε στη συλλογή των ιδιωτικών όπλων στην Κισσόνεργα. Μετέφερε όπλα και εκρηκτικές ύλες από και εις τα χωριά Τάλα, Χλώρακα, Θελέτρα και Μεσόγη. Φιλοξενούσε και έκρυβε στο πατρικό του σπίτι αντάρτες και τους τροφοδοτούσε στα κρησφύγετά τους από το 1956 μέχρι την ημέρα που έπεσε μαχόμενος. Στο περιβόλι του πατέρα του, στην τοποθεσία Άπη, διατηρούσε ιδιαίτερο καταφύγιο για τον αρχηγό της ομάδας Χρίστο Κκέλη.

Πήρε μέρος σε πολλές ενέδρες και επιθέσεις εναντίον των Άγγλων, όπως στην ενέδρα εναντίον του ανώτερου στρατιωτικού Μακμίλλαν και σε άλλες που έγιναν στην Κισσόνεργα, μια το 1956 και τρεις το 1957. Πήρε επίσης μέρος στη ρίψη βομβών στο Κτήμα.

Στις 7 Μαρτίου 1957 Άγγλοι στρατιώτες, με τη βοήθεια πληρωμένων προδοτών, έστησαν ενέδρα – παγίδα εναντίον των αγωνιστών Χρίστου Κκέλη και Μιλτιάδη Στυλιανού. Οι προδότες ξεγέλασαν συναγωνιστές του Χρίστου και του Μιλτιάδη, παρουσιαζόμενοι ως αντάρτες που διέφυγαν από τη μάχη του Μαχαιρά. Οι δυο αγωνιστές, επειδή υποψιάζονταν προδοσία, πήγαν να τους συναντήσουν στο περιβόλι του Στυλιανού, μεταξύ Τάλας και Κισσόνεργας, οπλισμένοι. Έδωσαν πολύωρη μάχη εναντίον των προδοτών, που ήταν καλά ταμπουρωμένοι σε άδεια τσιμεντένια δεξαμενή και κατόρθωσαν να πληγώσουν έναν από αυτούς. Τότε επενέβησαν Άγγλοι στρατιώτες που, σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, παραμόνευαν κρυμμένοι στις γύρω χαρουπιές. Περικύκλωσαν τους δυο αγωνιστές σ’ ένα πλινθόκτιστο σπιτάκι και τους ανατίναξαν.

Το έργο του Μιλτιάδη συνέχισε επάξια η οικογένειά του. Ο αδελφός του Παναγιώτης ανέλαβε την τροφοδοσία της ανταρτικής ομάδας της περιοχής τους μέχρι τη σύλληψή του τον επόμενο χρόνο. Την ίδια μέρα με τον Παναγιώτη συνελήφθη και ο πατέρας του Στυλιανός, που κακοποιήθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν μπόρεσε ποτέ πια να ξαναεργαστεί στα κτήματά του.

Τιμώντας οι συγχωριανοί τη θυσία του ήρωα και την προσφορά της οικογένειας στον απελευθερωτικό μας αγώνα, ανέλαβαν ομαδικά την καλλιέργεια των κτημάτων τους.

.

.

h1

ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ’21 – ΠΕΡΡΟΥΚΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

26/09/2012

.

.

Περούκας ή Μπερούκας Ιωάννης (†1821)

 .

Πρωτότοκος γιος του Νικ. Περούκα από το Άργος και εθνομάρτυρας. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αναγνωσταρά το 1819. Παραμονές της επανάστασης οι Τούρκοι κάλεσαν τους άρχοντες και αρχιερείς της Πελοποννήσου στην Τρίπολη. Πολλοί απ’ αυτούς ανυποψίαστοι υπάκουσαν και πήγαν. Ανάμεσά τους ήταν και ο Ι. Περούκας, ο οποίος μετέβη στην Τρίπολη μαζί με το δεσπότη Αργοναυπλίας Γρηγόριο Καλαμαρά και ρίχτηκαν στη φυλακή μαζί με τους άλλους. Οι Τούρκοι έλπιζαν πως φυλακίζοντας τις κεφαλές, οι Έλληνες δεν θα επαναστατούσαν. Ακολούθησε η πολιορκία της Τριπολιτσάς και μέχρι την άλωσή της (23 Σεπτ. 1821) οι περισσότεροι από τους φυλακισμένους πέθαναν από τις στερήσεις και τις κακουχίες, γιατί ήταν άθλιες οι συνθήκες διαβίωσής τους.

Τους είχαν ρίξει σε μια υπόγεια υγρή φυλακή και τους είχαν περάσει αλυσίδες στο κορμί. Ο Ι. Περούκας, επιστρέφοντας στο Άργος μετά την άλωση της Τριπολιτσάς, πέθανε από εξάντληση στον Αχλαδόκαμπο.

Οι οικογένεια Περούκα μνημονεύεται από τα μέσα του 17ου αι. με γενάρχη κάποιον Γιαννάκη Περούκα. Δισέγγονος του Γιαννάκη ήταν ο Νικόλαος Περούκας, ο οποίος εκτός από τον Ιωάννη, είχε δύο άλλους γιους, το Χαράλαμπο και το Δημήτρη, και μια κόρη, την Ευδοκία την οποία παντρεύτηκε ο Δημ. Ζαΐμης, από την Κερπινή Καλαβρύτων το 1796. Ο Χαράλαμπος, ο οποίος είχε μυηθεί επίσης στη Φιλική Εταιρεία, ήταν έμπορος και είχε μαγαζιά στο Άργος και στην Πάτρα, τα οποία λεηλάτησαν οι Τούρκοι με το ξέσπασμα της επανάστασης. Έγινε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και το 1823 Υπουργός Οικονομικών. Πέθανε άγαμος το 1824.

Ο Δημήτριος, ο πιο μικρός, ήταν ο επιφανέστερος. Είχε σπουδάσει οικονομικές επιστήμες και ήταν πολύ μορφωμένος. Μιλούσε τούρκικα, γαλλικά, και ιταλικά. Από το 1812 μέχρι το 1821 χρημάτισε βεκίλης στην Πόλη, δηλαδή αντιπρόσωπος του Μοριά στην Υψηλή Πύλη. Εκεί, στην Κων/λη, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και με το ξέσπασμα της επανάστασης έρχεται στο Άργος. Το καλοκαίρι, όμως, φεύγει για την Ύδρα και από εκεί μεταβαίνει στην Ιταλία.

Στο Άργος εμφανίζεται και πάλι κατά την Δ΄ Εθνοσυνέλευση (1829) ως πληρεξούσιος. Έκτοτε αναπτύσσει έντονη πολιτική δράση. Επί Καποδίστρια έγινε μέλος του «Πανελληνίου», γραμματέας, μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου και γερουσιαστής. Επίσης, κατάρτισε πολλούς νόμους για το νεοσύστατο κράτος και εργάσθηκε για τη διοικητική διαίρεση της Πελοποννήσου.

Δολοφονήθηκε το 1851 στο σπίτι του ( οδό Λαμπρινίδου 7 ). Ήταν άγαμος. Ο πρωτότοκος γιος Ιωάννης είχε παντρευτεί την Ελένη Θεοδ. Βλάσση, αλλά ούτε αυτός απέκτησε παιδιά. Έτσι, η ιστορική οικογένεια του πατέρα τους Νικολάου Περούκα έσβησε από το Άργος. Οι Περουκαίοι δεν μπόρεσαν να διαδραματίσουν κάποιο ρόλο το 1821. Η εξέγερση της πόλης έγινε από το Κονσολάτο του Σταματέλου Αντωνόπουλου, το οποίο αντιπολιτευόταν την Καγκελαρία των Περουκαίων. Η οικογένεια Περούκα ήταν παραγκωνισμένη.

Μάλιστα, οι Αργείοι τους είχαν κατηγορήσει για προδοσία, ότι τάχα είχαν στείλει μήνυμα στους Τούρκους με ένα καρβέλι ψωμί, που είχε μέσα ένα γράμμα, και θέλησαν να τους κάψουν τα σπίτια. Αυτό δείχνει ίσως ότι οι Περουκαίοι δεν ήταν αγαπητοί στους συμπολίτες τους.

.

.

h1

ΕΙΠΕΝ ΟΜΗΡΟΣ

25/09/2012

 

.

.

Θαρσαλέος γάρ ανήρ εν πάσιν αμείνων έργοισι τελέθει.

.

Διότι ο θαρραλέος άνδρας είναι που τους ξεπερνά όλους.

Π.χ. Μην διστάσεις ούτε στιγμή αν θα σου δοθεί η ευκαιρία, θαρσαλέος γάρ ανήρ εν πάσιν αμείνων έργοισι τελέθει.

 .

 .

Πηγή: Το καταπληκτικό Λεξικό Αρχαϊστικών Φράσεων, του Δημήτριου Τσιρόγλου από τις εκδόσεις Σαβάλας.

  .                  

 .

 .

 

h1

ΧΑΣΚΩΝΤΑΣ ΕΝΩΠΙΩΝ ΗΡΩΩΝ

24/09/2012

25η Μαρτίου 1821

Χάσκοντας ενώπιον Ηρώων

 .

του Αθαν. Τσακνάκη

.

Η Ιστορία, η Κοινωνιολογία και η Εθνολογία έχουν αποδείξει ότι κάθε επανάσταση, που επικρατεί, μετατρέπεται σε νέα καθεστηκυία τάξη, γεγονός που απορρίπτει συλλήβδην τις απατηλές θεωρίες περί «συνεχούς επανάστασης», ενώ παράλληλα ενισχύει τις σύμφυτες ιδέες περί «παλιγγενεσίας». Εφόσον τα αποτελέσματα τού ελληνικού ξεσηκωμού τού 1821 ήταν η επανίδρυση, έστω προβληματική, τού ελληνικού κράτους και η πολιτισμική αναγέννηση, έστω μερική, τού ελληνικού έθνους, δίκαια μπορούμε να ισχυριστούμε αφενός ότι η επανάσταση τής 25ης Μαρτίου 1821 ήταν εθνική, και αφετέρου ότι η συγκεκριμένη ημέρα είναι όντως μία εθνική επέτειος. Σχεδόν δύο αιώνες μετά από εκείνη την θαρραλέα ένοπλη σύγκρουση τού Γένους μας με την επιτηδείως και διαχρονικώς μεταμορφωνόμενη οθωμανική τυραννία, θα αποτελούσε ατόπημα να μην αναγνωρίζαμε τόσο την περιορισμένη επίτευξη των αρχικών στόχων των πρωτεργατών τής Επανάστασης, όσο και την πονηρή υπονόμευσή της εκ μέρους ορισμένων Ελλήνων εκείνης τής εποχής, οι οποίοι, όμως, δεν προέρχονταν μόνον από την άρχουσα τάξη, όπως πολύ θα βόλευε τους γραφικούς οπαδούς τού μαρξισμού, αλλά από κάθε κοινωνική τάξη τού Ελληνισμού, απ’ όπου επίσης προέρχονταν και οι θαυμάσιοι πρωταγωνιστές τού έπους τού 1821.

Πολύ πιθανή μοίρα των εν μέρει ή εξολοκλήρου επιτυχημένων εθνικών επαναστάσεων, ιδιαίτερα στα πλαίσια μιάς οργανωμένης πολιτείας που οφείλει την γέννηση και την ύπαρξή της σε κάποια τέτοιου είδους επανάσταση, είναι να γίνονται αυτές, κατ’ αρχήν, καθεστώτα ή τμήματα καθεστώτων, αργότερα να εξιδανικεύονται, μετέπειτα να καθίστανται σύμβολα και, τελικά, μετά την πάροδο πολλών ετών, να τιμώνται ως ιστορικά γεγονότα και να εισέρχονται δαφνοστεφείς σε εθνικά «μουσεία», απ’ όπου επανέρχονται στο προσκήνιο ή όπου κλειδώνονται επιμελώς πίσω από τις προθήκες, ανάλογα με την διάθεση, τις προθέσεις ή τις ανάγκες των εκάστοτε φορέων τής πραγματικής εξουσίας. Παράλληλα με αυτά, ωστόσο, οι επιστήμες τής Ιστορίας, τής Κοινωνιολογίας και τής Εθνολογίας μελετούν με τον δικό τους τρόπο τις επαναστάσεις, πάντοτε αναλόγως προς τις πνευματικές, ηθικές και οικονομικές αντοχές των λειτουργών τους. Και όλα τούτα, μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες γιά μία νέα επανάσταση, δηλαδή μέχρι να γίνει εκ νέου ανυπόφορη η «άδικη ανισότητα», η οποία, κατά τον φιλόσοφο Αριστοτέλη, είναι αιτία των επαναστάσεων. Παρόμοια, λοιπόν, έως ένα σημείο, ήταν και η μετεπαναστατική πορεία τής επανάστασης τού 1821.

Σήμερα, είναι ιστορικά επιβεβαιωμένη, πλέον, η θετική επιρροή που άσκησαν οι ιδέες και οι προοπτικές τής Επανάστασης επάνω στην πνευματική προπαρασκευή και στην ψυχική ενδυνάμωση ενός σημαντικού κομματιού τού νεότερου Ελληνισμού κατά τους μετέπειτα απελευθερωτικούς και αντιστασιακούς αγώνες τού Έθνους μας. Επίσης, σχετικά μικρή σε έκταση, αλλά πάντως προφανής, υπήρξε κατά καιρούς και κατά τόπους η χρήση τής Επανάστασης και των προσώπων των πρωταγωνιστών της ως συμβόλων τού ελληνικού λαού, ως ηθικών προτύπων ή αξιομίμητων παραδειγμάτων καθημερινού βίου και αγώνα, αλλά η πολυετής απουσία, από την ελληνική κοινωνία, αυθεντικής ελληνικής παιδείας δεν επέτρεψε ποτέ στο σύνολο τού ελληνικού λαού να προσεγγίσει πλήρως και σαφώς το βαθύτερο νόημα τής επαναστατικής σκέψης και δράσης εκείνης τής δραματικής περιόδου. Αυτό το θλιβερό γεγονός, γιά το οποίο ευθύνονται, σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα, η «εξωελληνική» κρατική νοοτροπία και η νοσηρή ξενολατρία τής πλειονοψηφίας τής «επίσημης» επιστημονικής και πνευματικής «ηγεσίας» τού τόπου μας, επέφερε στον λαό μας μάλλον σύγχυση, παρά ουσιαστική ωφέλεια. Εξίσου αληθές είναι και το γεγονός ότι η Επανάσταση μελετήθηκε και αναλύθηκε από αρκετούς θαρραλέους αντισυμβατικούς Ιστορικούς, ιστοριοδίφες και φίλους τής Ιστορίας, σχεδόν πάντοτε μέσα στον χώρο τής ελληνικής πατριωτικής ιδιωτικής πρωτοβουλίας, αφού το ελληνικό κράτος δεν προέβη ποτέ σε καμμία σοβαρή, συνολική, συντονισμένη και τελεσφόρα κίνηση ουσιαστικής διερεύνησης και ολοκληρωμένης προβολής τού μεγάλου εθνικού ξεσηκωμού μας. Πέρα, όμως, από τα προαναφερθέντα, η μοίρα επιφύλαξε και ορισμένες πραγματικά πολύ δυσάρεστες εκπλήξεις στην επανάσταση τού 1821, ιδιαίτερα κατά τα τελευταία 30 έτη τού αποπροσανατολισμένου εθνικού βίου μας.

Αρχικά, λοιπόν, με χρήση παλαιότερων «συνταγών», αλλά σε βελτιωμένη «έκδοση», επιχειρήθηκε η πρόστυχη ταύτιση τής Επανάστασης με τις αποκαλούμενες «ταξικές» εξεγέρσεις τής ανατολικής Ευρώπης, ενώ ταυτόχρονα καταβλήθηκαν τεράστιες προσπάθειες προκειμένου να «αποδειχθεί» ο μη εθνικός χαρακτήρας της. Έπειτα, ο άκρατος φιλειρηνισμός των κατ’ επάγγελμα ή καθ’ έξιν ηττοπαθών φρόντισε να τοποθετήσει τον μεγάλο ξεσηκωμό τού Γένους στον παγκόσμιο κατάλογο των εγκληματικών ενεργειών, επειδή, σύμφωνα με την γνώμη «διακεκριμένων» ερευνητών, η Επανάσταση προκάλεσε βία και αιματοχυσία, σαν να ήταν ποτέ δυνατόν να αναγεννηθεί το υπόδουλο Έθνος μέσω «χαριτωμένων διαβουλεύσεων», «κοινά αποδεκτών ανακοινώσεων» και «θηλυπρεπών αβροτήτων» (ή ακόμη και ζεϊμπέκικων χορών). Στην συνέχεια, καταβλήθηκαν τεράστια ποσά ώστε να αμφισβητηθούν ιστορικώς τεκμηριωμένα γεγονότα, αλλά και να θαφτούν ή να παραχαραχθούν, με την προσφιλή μέθοδο τής «άλλης οπτικής γωνίας» (εκείνης τού τυφλού), κείμενα των πρωτεργατών τής Παλιγγενεσίας ή σημαντικές ιστορικές αναλύσεις, ενώ δεν έλλειψε και η εν μέρει επιτυχής απόσυρση από την κυκλοφορία πολύτομων ιστορικών έργων, στα οποία διακεκριμένοι Έλληνες επιστήμονες, παλαιότεροι και νεότεροι, κατέθεταν την πολύτιμη γνώση και γνώμη τους γιά εκείνη την εποχή. Στα τελευταία χρόνια, νέα ξενόφερτα ιδεολογήματα, όπως αυτά τής «αρμονικής συμβίωσης δούλων και τυράννων», τής «ευγενούς και πολιτισμένης οθωμανικής απολυταρχίας» και τής «αλληλεγγύης μεταξύ σφαγέων και σφαγμένων», δίνουν με το μαχαίρι τους ακόμη ένα ύπουλο χτύπημα στην πλάτη τής Επανάστασης, επιχειρώντας πλέον, με περισσό θράσος και απροκάλυπτη ωμότητα, να την εκμηδενίσουν αξιολογικά και να την διαγράψουν οριστικά από την ιστορική μνήμη όλων εκείνων που διαχρονικώς ευεργετήθηκαν από Αυτήν. Και όλα τούτα, υπό το απαθές και ανίδεο βλέμμα τού χάσκοντος και αμαθούς Ελληνισμού, ο οποίος φαίνεται να έχει κάνει, εδώ και αρκετά χρόνια, τις τραγικές και θανατηφόρες επιλογές του: πολύ φαΐ και λίγη γνώση, πολλά λεφτά και λίγος κόπος.

Εάν, σχετικά με τα ανωτέρω, απορρίψουμε (καίτοι δεν θα έπρεπε να μας επιτραπεί τόσο εύκολα) την υποψία περί προσχεδιασμένης απόπειρας παραπλάνησης και νάρκωσης τού λαού μας από ξένα συμφέροντα, επειδή είναι όντως καταφανής η απέχθεια των διαφόρων τυράννων απέναντι στις εθνικές επαναστάσεις, τότε αρκετή γιά να μας εξοργίσει θα ήταν η διαπίστωση ότι σχεδόν όλες οι προαναφερθείσες ενέργειες υπήρξαν αποτελέσματα μίας παθολογικής ξενομανίας, αν όχι και ξενολατρίας, και ενός άρρωστου μιμητισμού, αν όχι και πιθηκισμού, εκ μέρους μίας πάντοτε μικρής, αλλά εντέχνως προβαλλόμενης και αδρώς υποστηριζόμενης, μερίδας «πνευματικών», και όχι μόνον, ανθρώπων. Ενόσω, λοιπόν, ξένοι παράγοντες εξυπηρετούσαν και συνεχίζουν να εξυπηρετούν, έξυπνα και πονηρά, τα δικά τους εθνικά, πολιτικά, διπλωματικά, κοινωνικά και οικονομικά συμφέροντα, συκοφαντώντας ή μειώνοντας ή εξευτελίζοντας την επανάσταση τού 1821, οι πολιτικοί και πνευματικοί «ψευτοταγοί» τού σύγχρονου Ελληνισμού δεν αντιγράφουν, έστω, μόνον τις μεθόδους των ξένων, αλλά αναπλάθουν άκριτα και ασυλλόγιστα τις ίδιες τις απόψεις τους, ούτε δέχονται να αντεπιτεθούν με την ίδια ή και με βελτιωμένη στρατηγική, όπως έχουν ιερή και απαράγραπτη υποχρέωση έναντι τής Πατρίδας τους και τού ελληνικού λαού, που τους καλοθρέφει, αλλά συναγωνίζονται μεταξύ τους σε «ετεροφωτισμό» και «κοσμοπολιτισμό», ούτε καταδέχονται να αφυπνίσουν τους συμπατριώτες και συμπολίτες τους, παρά συστρατεύονται αφελώς ή αναιδώς με αλλοεθνείς καιροσκόπους στοχεύοντας στην διεθνή, προσωπική ή και επαγγελματική, «καταξίωσή» τους, πάντοτε προσωρινή και πάντοτε ανάξια λόγου. Και όλα τούτα, μπροστά στα μάτια τού ταλαίπωρου και κατάπληκτου ελληνικού λαού, που έχει χάσει τα εθνικά ερείσματά του, τα ηθικά στηρίγματά του, τα κοινωνικά καταφύγιά του, τα πατροπαράδοτα, και εν τέλει αλάνθαστα, «αποκούμπια» του, ενός λαού που βιώνει παθητικά και κωμικοτραγικά, χωρίς να είναι άμοιρος ευθυνών, την αδιάλειπτη απώλεια τής Μνήμης, τής Γλώσσας, τής Ιστορίας, τής Υπερηφάνειας και τής Αξιοπρέπειάς του.

Ενώ, λοιπόν, εορτάζουμε, ως επί το πλείστον τυπικά και επειδή πρόκειται γιά μία ακόμη αργία, την εθνική επέτειο τής επανάστασης τής 25ης Μαρτίου 1821 βυθισμένοι μέσα σε μία επικίνδυνη ηθική κρίση, τής οποίας δηλητηριώδης καρπός, και όχι βασική αιτία, είναι η συνεχώς και τρομοκρατικώς προβαλλόμενη οικονομική αντίστοιχή της, πρωταρχικό ερώτημά μας, εάν πράγματι επιθυμούμε να επιβιώσουμε και να αναστηθούμε, θα έπρεπε να ήταν όχι τόσο το αν η ελληνική κοινωνία δύναται ή δεν δύναται να υποφέρει την συνεχώς αυξανόμενη «άδικη ανισότητα», αλλά μάλλον το αν, τελικά, δέχεται ή δεν δέχεται να υποφέρει, αν όχι και να επικροτεί την αλματωδώς διογκούμενη «εθνική αβελτηρία*». Ο Μένανδρος μάς κραυγάζει απελπισμένα: «Στα δίκαια τολμήματα συμβάλλει και ο Θεός». Και είμαι βέβαιος ότι μαζί του θα συμφωνούσε και ο Κολοκοτρώνης και η Μπουμπουλίνα και ο Καραϊσκάκης και η Μαυρογένους και ο Μακρυγιάννης και η Βισβίζη και ο Παπαφλέσσας και τόσοι άλλοι λησμονημένοι Ήρωες.

 .

 .

[*Αντί γιά τον όρο «αβελτηρία», η νεολαία μας – ας είναι γερά και φωτισμένα όλα τα Ελληνόπουλα! – προτιμά έναν άλλον, πασίγνωστο όρο, που ξεκινά από το γράμμα «μ» και είναι κατά πολύ εκφραστικότερος, αλλά στο κείμενό μου προτίμησα να τον αποφύγω γιά να μην θίξω την υποκριτικά ευαίσθητη αιδώ των ψευδεπίγραφων «ηθικοφυλάκων»]

.

.