h1

ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ

01/07/2012

.

.

Υπέρ των Δικηγόρων

.


του Αθανάσιου Τσακνάκη

.

Προκειμένου να κατανοήσουμε επαρκώς και να κρίνουμε κατά το δυνατόν αμερόληπτα τις τρέχουσες κινητοποιήσεις των Ελλήνων Δικηγόρων ενάντια στις πρόσφατες «προτάσεις» τής Πολιτείας, απαιτείται, αρχικά, η απαλλαγή μας από τρία καταστρεπτικά σύνδρομα. Το πρώτο, που είναι ψυχικής υφής, συνδέει λανθασμένα τον Δικηγόρο με κάποιο πρόβλημα, αφού συνήθως προστρέχουμε στο δικηγορικό γραφείο όταν αντιμετωπίζουμε δυσάρεστες καταστάσεις. Το λάθος μας, όμως, έγκειται αφενός στο γεγονός ότι εύκολα λησμονούμε την εξαιτίας ενός Δικηγόρου θετική έκβαση κάποιας υπόθεσής μας, και αφετέρου στο ότι ένας Δικηγόρος γίνεται ενίοτε αγγελιαφόρος ευχάριστων ειδήσεων.

Το δεύτερο σύνδρομο, που είναι κοινωνικής υφής, δολίως μας προτρέπει να ταυτίσουμε κάθε Δικηγόρο με εκείνες τις ελάχιστες εξαιρέσεις που επιχειρούν να αμαυρώσουν και αυτόν τον επαγγελματικό κλάδο, όπως συμβαίνει και σε πολλούς άλλους. Ενώπιον μίας τέτοιας «αδικίας διά τής γενίκευσης», μάλλον μας ωφελεί να θυμόμαστε πόσες φορές λαμβάνουμε δωρεάν χρήσιμες νομικές συμβουλές από κάποιον φίλο ή γνωστό μας Δικηγόρο, αφού οι εν λόγω επαγγελματίες είναι πολυάριθμοι στην Πατρίδα μας και καθένας μας διατηρεί διαπροσωπικές σχέσεις τουλάχιστον με έναν.

Το τρίτο σύνδρομο, που είναι πολιτικής υφής, αφελώς μας παρακινεί να κρίνουμε ως «υπερβολικές» τις απαιτήσεις τού δικηγορικού κλάδου. Σαν να είμαστε, λοιπόν, πολίτες μίας άλλης χώρας και σαν να μην γνωρίζουμε τίποτε από διεκδίκηση επαγγελματικών δικαιωμάτων, απαιτούμε από τους Δικηγόρους να «παρακαλούν χαμηλοφώνως γιά λίγο οίκτο», ενώ είναι πασιφανές ότι σε μία παραπαίουσα Πολιτεία οφείλεις να απαιτείς εκατό, προκειμένου να διασφαλίσεις τα απαραίτητα δέκα που ούτως ή άλλως δικαιούσαι γιά να κατορθώσεις να επιβιώσεις.

Απαλλαγμένοι από τα ανωτέρω σύνδρομα, που εύκολα δύνανται να θολώσουν ακόμη και τους διαυγέστερους στοχασμούς, χρήσιμο είναι να επικεντρωθούμε σε τρεις προβληματισμούς. Ο πρώτος μας καλεί να σκεφτούμε κατά πόσο θα ήταν λογικό να δεχόμασταν ότι αστοχούν παντελώς οι κατακρίσεις που εκφράζουν οι Δικηγόροι έναντι των «προτάσεων» τής Πολιτείας. Μήπως θα αναγκαστούμε να υποκύψουμε στην παράλογη άποψη που θέλει τους Δικηγόρους να μην γνωρίζουν τίποτε από νόμους και αδικίες; Εάν αυτοί οι επαγγελματίες δεν δύνανται να κρίνουν σαφέστερα το νόμιμο και το παράνομο, το δίκαιο και το άδικο, τότε ποιός άλλος, εκτός από τους Δικαστές, γνωρίζει κάτι περισσότερο;

Ο δεύτερος προβληματισμός συνίσταται στην φρικτή πιθανότητα να μονοπωληθεί το δικηγορικό επάγγελμα από μεγάλες δικηγορικές εταιρείες. Σε αυτή την περίπτωση, ποιός αναλαμβάνει την υποχρέωση να προστατεύσει αποτελεσματικά τον οικονομικά ή πνευματικά αδύναμο Έλληνα πολίτη από τα τεράστια οικονομικά συμφέροντα απρόσωπων και επαρκώς ανεξέλεγκτων κολοσσών; Θα επιτρέψει ποτέ η Δημοκρατία μας να βιώσουμε και στον χώρο τής νομικής υπεράσπισής μας τα διαλυτικά φαινόμενα που βιώνουμε στην καθημερινότητά μας από τότε που αρχίσαμε να χάνουμε, αργά αλλά σταθερά, τον μικροέμπορο και τον μικροεπαγγελματία τής γειτονιάς ή τής πόλης μας, εξαιτίας των γιγαντιαίων εμπορικών κέντρων και των πολυεθνικών;

Ο τρίτος προβληματισμός αφορά τις υπερβολικές αυξήσεις των δικαστικών εξόδων στα ποινικά και διοικητικά δικαστήρια, καθώς και τον δεκαπλασιαμό τού παραβόλου υποβολής μήνυσης. Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι με αυτόν τον τρόπο η Πολιτεία προσπαθεί να περιορίσει την παθολογική δικομανία των Ελλήνων, η οποία προκύπτει από έλλειψη Παιδείας και όχι από έλλειψη σχετικών νόμων, και πάλι δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την άποψη των Δικηγόρων, οι οποίοι στο εν λόγω μέτρο διαβλέπουν «ουσιαστική ακύρωση τού συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος τού πολίτη, ιδίως τού οικονομικά αδύνατου, γιά δικαστική προστασία». Βέβαια, ενώπιον αυτής τής τοποθέτησης τού δικηγορικού κλάδου, εύκολα κάποιος θα ισχυριζόταν ότι οι Δικηγόροι αντιδρούν στην ανωτέρω απόφαση επειδή φοβούνται ότι θα μειωθούν οι μηνύσεις, άρα και οι απολαβές τους, όμως, γιατί μας αρέσει τόσο πολύ να λησμονούμε ότι ακριβώς χάριν στους Δικηγόρους τής γειτονιάς μας ή τής πόλης μας, στους ανθρώπους που ζουν δίπλα μας και συμπάσχουν μαζί μας, πάμπολλες διαφορές επιλύονται ικανοποιητικά γιά τους διαδίκους χωρίς να χρειάζεται η προσφυγή στις δικαστικές αίθουσες, που είναι αναμφίβολα χρονοβόρα και πολυέξοδη γιά τον μέσο πολίτη, αλλά και ιδιαίτερα καταπονητική γιά το υπερφορτωμένο Δικαστικό Σώμα τής Πατρίδας μας;

Έχει πλέον αποδειχθεί ότι, αντιγράφοντας παθητικά τις ξένες «συνταγές», δεν εξασφαλίζουμε πάντοτε την πολυπόθητη «εξυγίανση» τού δημόσιου ή τού ιδιωτικού βίου μας. Οι χιλιάδες Ελλήνων δικηγόρων, ζωντανό κομμάτι και αυτοί τής μαχόμενης και παραγωγικής ελληνικής κοινωνίας, άλλοι γείτονες, άλλοι γνωστοί, άλλοι συγγενείς, άλλοι φίλοι μας, χαμογελούν όταν τους απευθύνουμε χαριτολογώντας την φράση «αχρείαστος να είσαι». Κάτω, όμως, από τα μαύρα σύννεφα που καλύπτουν τον σημερινό βίο μας, όλοι όσοι ενδιαφερόμαστε αληθινά γιά την απρόσκοπτη προστασία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων μας, οφείλουμε να συμπαρασταθούμε έμπρακτα και στον Έλληνα Δικηγόρο, υπενθυμίζοντάς του ότι ίσως να τον φανταζόμαστε «αχρείαστο», αλλά δεν θα ανεχθούμε ποτέ και γιά κανέναν λόγο να τον δούμε να καθίσταται «άχρηστος».

 .

.

.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: