h1

Η ΟΜΗΡΙΚΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ

01/09/2011

Δούλος βοηθά φιλοξενούμενο να πάρει το λουτρό του πριν παρακαθίσει στο γεύμα

.

.

.

Οι πληροφορίες που μας δίνει ο Ομηρος για το θεσμό και την εθιμοτυπία της φιλοξενίας είναι πάρα πολλές. Διαβάζοντας κανείς τα σχετικά χωρία στην Οδύσσεια, εντυπωσιάζεται πραγματικά από μια ακατανόητη για την εποχή μας ιεροτελεστία, που είχε να κάνει με την υποδοχή και την περιποίηση του άγνωστου επισκέπτη, του μακρινού ταξιδιώτη, του ανώνυμου ξένου. Στα χρόνια του Ομήρου (8ος αιώνας π .χ.), η φιλοξενία ήταν θέλημα και επιταγή του θεού. Η παροχή φιλοξενίας ήταν ιερή υποχρέωση των ανθρώπων. Ο ξένος ήταν πρόσωπο πάντα σεβαστό κι οι άνθρωποι της εποχής εκείνης πίστευαν πως ο θεός τον οδήγησε ως την πόρτα τους.
Ας δούμε παρακάτω κάποιες χαρακτηριστικές σκηνές από την Οδύσσεια, όπου ο αθάνατος ποιητής, με απαράμιλλη χάρη, περιγράφει την εθιμοτυπία της φιλοξενίας, κάνοντας παράλληλα και έμμεσες αναφορές στην αξία και την ιερότητα του θεσμού. Τα αποσπάσματα που παραθέτουμε είναι σε μετάφραση του Ζήσιμου Σιδέρη.
Στην α ραψωδία, ο Τηλέμαχος βλέπει στην αυλή του έναν ξένο, που όμως δεν είναι άλλος από τη θεά Αθηνά, η οποία έχει πάρει τη μορφή ενός άγνωστου, του Μέντη. Και να πώς αντιδρά ο Τηλέμαχος (στίχοι 123-150):
«Στην πόρτα ολόισια τρέχει
γιατί του φάνηκε βαρύ να στέκει απ’ ώρα ο ξένος.
Κοντά του πάει και στάθηκε και του ‘πιασε το χέρι,
τον πήρε και το χάλκινο κοντάρι που κρατούσε,
κι έτσι με λόγια πεταχτά του μίλησε και του ‘πε:
«Ω ξένε, καλώς όρισες. Το σπίτι μας δικό σου,
κι όταν δειπνήσεις έπειτα λες την ανάγκη πόχεις».
Είπε και κίνησε μπροστά και η Αθηνά ακολουθούσε.
Κι όταν αμέσως μπήκανε μες το ψηλό παλάτι,
σταίνει ο Τηλέμαχος κοντά στο στύλο το κοντάρι,
μες την ομορφοσκάλιατη κονταροθήκη, που ‘χε
κι άλλα κοντάρια εκεί πολλά τουτολμηρού Δυσσέα,
κι οδήγησε την Αθηνά σ’ ένα θρονί να κάτσει,
όμορφο, ψιλοδούλευτο – λινό σεντόνι κάτω
απλώνοντας – που ‘χε σκαμνί για ν’ ακουμπούν τα πόδια.
Κοντά της έβαλε σκαμνί κι ο ίδιος σκαλισμένο,
απ’ τους μνηστήρες χωριστά να μην πλαντάξει ο ξένος
με τον πολύ τους θόρυβο και το φαΐ μπουχτήσει,
που τους χωριάτες έσμιξε, και να μπορέσει ακόμα
για τον ξενιτεμένο τον πατέρα να ρωτήσει.
Μια παράκορη με χρυσό πεντάμορφο λαγήνι
νερό τους χύνει να νιφτούν σε μια αργυρή λεκάνη,
κι εμπρός τους μακρύ, σκαλιστό τους έστρωσε τραπέζι.
.
.
.
Η συνέχεια του κειμένου ΕΔΩ
.
.
.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: