h1

Η κατάργηση τού έντυπου λόγου και η απόπειρα «πτώχευσης τής Ιστορίας»

01/07/2011

.

.

Του Αθανάσιου Τσακνάκη
.

.

Η επινόηση και χρήση τής γραφής, ως μέσου γιά την διάσωση και διάδοση των καρπών τής σκέψης, υπήρξε αναμφίβολα ένα φωτεινό επίτευγμα τής ανθρώπινης νόησης. Η δυνατότητα τής καταγραφής και κληροδοσίας των γεγονότων και των στοχασμών ενίσχυσε την ατομική και συλλογική μνήμη των ανθρώπινων κοινωνιών, διατηρώντας ζωντανό και προσεγγίσιμο στο παρόν ένα σημαντικό τμήμα πληροφοριών από το παρελθόν και μετατρέποντας την διαδικασία τής βραχύχρονης ατομικής επιβίωσης σε ομαδική διαχρονική πολιτιστική πορεία.

Η γραφή, βέβαια, δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί ένα εργαλείο και, όπως συμβαίνει με κάθε εργαλείο, η αξία του κρίνεται από το έργο που επιτελεί, άρα από την ηθική ποιότητα τού χρήστη του. Γνωρίζουμε ότι τα εργαλεία είναι παντελώς άχρηστα μεταξύ των θηρίων και ίσως να είμαστε σε θέση να ισχυριστούμε ότι μάλλον είναι άχρηστα και μεταξύ των Θεών. Εφόσον, όμως, δεν έχουμε ακόμη δημιουργήσει μία θεϊκή κοινωνία επάνω στην Γη, διατηρούμε ακέραιο το δικαίωμα να μην επιθυμούμε να ζούμε σε μία αποθηριωμένη πραγματικότητα. Επίσης, είναι βέβαιο ότι ένα χέρι δύναται τόσο να βοηθήσει, όσο και να δολοφονήσει, αλλά ποτέ δεν θα επιλέγαμε να αποκόψουμε τα χέρια μας φοβούμενοι το δεύτερο ενδεχόμενο. Μας συμφέρει, λοιπόν, να αποδεχθούμε την γραφή και να περιφρουρήσουμε αποφασιστικά την ορθή και επωφελή χρήση της.

Η γραφή είναι τυπωμένη πληροφορία, έντυπος λόγος και, ως τέτοιος, διασώζεται επάνω στην πέτρα και στο μάρμαρο, στο ξύλο και στο πλαστικό, στο ύφασμα και στο χαρτί. Στις μέρες μας, κυρίως στο χαρτί. Φυλάσσοντας το ανάλογο υλικό, διαφυλάσσουμε και το νόημα τού γραπτού κειμένου που αποτυπώνεται στην επιφάνειά του. Αυτή η διαδικασία κατέστη ευκολότερη, ταχύτερη και οικονομικότερη χάρη στην αλματώδη πρόοδο που γνώρισε η τυπογραφία στο δεύτερο μισό τού 20ού αιώνα, ο οποίος πρόσφερε στο ανθρώπινο γένος την δυνατότητα να προσεγγίζει με θαυμαστή ευκολία και να αναγιγνώσκει ένα πλήθος εντύπων, καθώς και να δημιουργεί ένα πλήθος ατομικών ή συλλογικών αρχείων και βιβλιοθηκών. Εάν, μάλιστα, ο άνθρωπος είχε εγκαίρως φροντίσει να επινοήσει οικολογικές μεθόδους αναπαραγωγής εντύπων, θα είχε οπωσδήποτε διαφύγει τις καταστροφικές συνέπειες τής ανεξέλεγκτης υλοτόμησης, προκειμένου να παραχθεί το απαιτούμενο χαρτί, και τής επικίνδυνης μόλυνσης τού εδάφους και των υδάτων από τα χημικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται στην τυπογραφία. Ωστόσο, ακόμη δεν είναι «πολύ αργά» γιά να επανορθώσει.

Από τα τέλη τού 20ού αιώνα και μετά, η ανθρωπότητα άρχισε να γνωρίζει και να χρησιμοποιεί τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, διδασκόμενη την ψηφιακή τεχνολογία και ανακαλύπτοντας την ψηφιακή γραφή. Έχοντας εξέλθει πρόσφατα από δύο παγκόσμιους πολέμους, που δεν κατέστρεψαν, καίτοι μόνον εκεί αποσκοπούσαν, αλλά έβλαψαν σημαντικά τον πολιτισμό, η ανθρωπότητα, ακόμη σκοτισμένη, και ας μην το κατανοεί, ακόμη αποπροσανατολισμένη, και ας μην το διαισθάνεται, ήρθε αντιμέτωπη με την καλούμενη «υψηλή τεχνολογία», τής οποίας η εξέλιξη είναι τόσο ταχεία, που ο μέσος νους αδυνατεί να την συλλάβει σε όλη της την έκταση, ενώ ο μέσος άνθρωπος καλείται εσπευσμένα να την κάνει κτήμα του (μήπως μόνον αφεντικό του;), αν και δεν γνωρίζει ούτε στο ελάχιστο τα χαρακτηριστικά, την δράση και τις επιπτώσεις της.

Η νέα μορφή γραφής, η ψηφιακή, και το νέο εργαλείο εξάπλωσής της, το Διαδίκτυο, συνέβαλαν στην τάχιστη μετάδοση των πληροφοριών σε ολόκληρο τον πλανήτη μας, ενώ παράλληλα επέτρεψαν σε έναν ασύλληπτο αριθμό ανθρώπων να έχει άμεση πρόσβαση σε αυτές. Η «κοινωνία τής πληροφορίας», λοιπόν, έγινε πραγματικότητα, ενώ το συμβάν, η γνώση, η σκέψη, η εικόνα και ο ήχος, δεδομένα αληθή ή ψευδή, παλαιά ή νέα, μεταδίδονται καθημερινά σε κάθε σημείο τής οικουμένης.

Αυτή η κατάσταση οδηγεί έναν ολοένα αυξανόμενο αριθμό ανθρώπων στην αμφισβήτηση τής περαιτέρω χρησιμότητας τού έντυπου λόγου, με το σκεπτικό ότι οι πληροφορίες δεν έχουν πλέον την ανάγκη τής καταγραφής σε στερεή ύλη, αφού ο ηλεκτρισμός παρέχει την δυνατότητα τής μεταφοράς τους οπουδήποτε, οποτεδήποτε, απλώς με την χρήση κατάλληλων καλωδίων και μηχανημάτων. Σε αυτό το σκεπτικό, ωστόσο, εντοπίζεται ένα μεγάλο λάθος. Ας το εξετάσουμε.

Η πληροφορία κινείται από τον πομπό στον δέκτη. Ο έντυπος λόγος είναι το μέσον, ο φορέας τής πληροφορίας. Εάν ο δέκτης αδιαφορήσει γι’ αυτήν, η πληροφορία παραμένει καταγεγραμμένη και ανά πάσα στιγμή προσεγγίσιμη. Αντικαθιστώντας, όμως, το μέσον τού έντυπου λόγου με αυτό τού ψηφιακού και επανεξετάζοντας την περίπτωση τής αδιαφορίας τού δέκτη, αντιλαμβανόμαστε ότι η εν λόγω πληροφορία καταδικάζεται σε αφανισμό. Η λεγόμενη «διάσωσή της σε ψηφιακή μορφή» είναι εν μέρει απατηλή, αφού η πρόσβαση σε μία τέτοιου είδους πληροφορία προϋποθέτει την κατοχή και την χρήση εκτεταμένου και, όπως έχει αποδείξει η καθημερινή πρακτική, λίαν ευπρόσβλητου τεχνολογικού εξοπλισμού. Ενώ, λοιπόν, το βιβλίο, το περιοδικό, η εφημερίδα, το φυλλάδιο, το τετράδιο διακρίνονταν γιά την βραδύτητά τους, σε σχέση με την ψηφιακή τεχνολογία, κατά την διάδοση τού λόγου, διασφάλιζαν, παρ’ όλ’ αυτά, την άμεση προσέγγισή του εκ μέρους τού δέκτη, αφού απαιτούσαν από αυτόν μόνον την ικανότητα τής όρασης. Αντίθετα, η ψηφιακή τεχνολογία, καίτοι καταπλήσσει με την ταχύτητα που αναπτύσσει κατά την διάδοση των πληροφοριών, παρεμβάλλει έναν διόλου ευκαταφρόνητο αριθμό προσκομμάτων ή απαιτήσεων στην πραγμάτωση τής επικοινωνίας μεταξύ πομπού και δέκτη. Εξάλλου, η υποχρεωτική παρουσία ή η ανέφικτη απουσία ενός πλήθους «ενδιάμεσων» παραγόντων αμφιλεγόμενης ή και αμφισβητούμενης ηθικής και υλικής ποιότητας, όπως το δίκτυο ηλεκτροδότησης, η ποιότητα τού μηχανολογικού εξοπλισμού, η συνεχής αναδόμηση των συστημάτων μετάδοσης τού λόγου, οι κάθε λογής ψηφιοθραύστες («χάκερς»), οι κολοσσιαίες εταιρείες ελέγχου τής ροής και τής προβολής των πληροφοριών, και πολλοί άλλοι, εύλογα μάς υποχρεώνουν να αναρωτηθούμε κατά πόσον ο λόγος τού πομπού καταλήγει ακέραιος και αυθεντικός στον δέκτη.

Αναζητώντας την χρυσή τομή μεταξύ ταχύτητας και ασφάλειας κατά την μετάδοση τού λόγου, οφείλουμε, αρχικά, να αναγνωρίσουμε την βασική διαφορά μεταξύ ψηφιακού και έντυπου λόγου: ο ψηφιακός λόγος, τουλάχιστον στην σημερινή μορφή του, είναι «λόγος εν δυνάμει», πληροφορία «εν κινήσει» και, προκειμένου να ολοκληρωθεί, αναζητά άμεσα έναν χώρο, τον ανθρώπινο νου ή κάποιο άλλο υλικό, όπου να δύναται να εντυπωθεί ώστε να μην λησμονηθεί, ενώ ο έντυπος λόγος είναι «λόγος εν ενεργεία», πάγια και εδραιωμένη πληροφορία, «αρχείο» και «πηγή». Η αρμονική συνύπαρξη και αλληλοσυμπλήρωση αυτών των δύο μορφών τού λόγου είναι επιτακτική ανάγκη τού πολιτισμού μας, επειδή έχει την δυνατότητα να δομήσει ένα αξιοζήλευτο σύστημα ταχείας μετάδοσης και ασφαλούς αποθησαύρισης τής γνώσης και τής γνώμης τής ανθρωπότητας, εντός τού οποίου θα είναι σε θέση να κινούνται, να αναπτύσσονται, να βελτιώνονται και να προοδεύουν όλες οι πνευματικές και σωματικές δραστηριότητες των μελών των σύγχρονων κοινωνιών. Από την άλλη πλευρά, η απόπειρα κατάργησης μίας εκ των δύο μορφών, είτε θα καθυστερήσει είτε θα καταστρέψει τον ανθρώπινο πολιτισμό.

Προς μεγάλη δυστυχία των ανθρώπων, η τάση εξοβελισμού τού έντυπου λόγου από την καθημερινή πρακτική έχει ήδη αποκτήσει πολλούς οπαδούς, των οποίων η απλοϊκή σκέψη εκλαμβάνει την προσωρινή ευκολία τους ως δήθεν διαχρονική ωφέλεια ολόκληρης τής ανθρωπότητας. Μία προσεκτική ματιά στις νέες, «ψηφιοκεντρικές» συνήθειες τής κοινωνίας μας, είναι αρκετή γιά να μας προβληματίσει, εάν όχι και γιά να μας ανησυχήσει. Καταξιωμένα πνευματικά αριστουργήματα τού παγκόσμιου πνεύματος έχουν πάψει να εκτυπώνονται, επειδή «τα βρίσκει κανείς στο Διαδίκτυο». Χιλιάδες σελίδες λαμπρού σύγχρονου στοχασμού δεν πρόκειται ποτέ να κληροδοτηθούν στους απογόνους μας, αφού εμφανίζονται σε ψηφιακή μορφή και τάχιστα εξαφανίζονται ή αντικαθίστανται χωρίς ποτέ να εκτυπωθούν. Δεκάδες εφημερίδες και περιοδικά, δηλαδή η επικαιρότητά μας, εντός των οποίων οι ιστορικοί τού μέλλοντος θα εντόπιζαν κάποιες από τις πλέον σημαντικές πηγές τής επιστήμης τους, επιλέγουν να έχουν μόνον ψηφιακή μορφή, αναρτώντας στις ευάλωτες ιστοσελίδες τους πολύτιμα χρονογραφήματα, ενδιαφέρουσες δημοσιογραφικές έρευνες, ανεπανάληπτες συνεντεύξεις και ανεκτίμητες αναλύσεις τού καθημερινού βίου μας, που άμεσα προορίζονται να αποσυρθούν «λόγω έλλειψης χώρου», να αλλοιωθούν ή να παραχαραχθούν και να αναρτηθούν εκ νέου σε άλλον χώρο ή να λησμονηθούν και να χαθούν. Με δυό λόγια: ένα ολοένα αυξανόμενο τμήμα τού παρόντος μας, που σε λίγο θα είναι παρελθόν, θα καταλήξει απρόσιτο στο μέλλον.

Η αυξανόμενη τάση προς κατάργηση τού έντυπου λόγου δεν διαφέρει σχεδόν σε τίποτε από την τάση προς κατασκευή ολοένα ταχύτερων αυτοκινήτων: και οι δύο θυσιάζουν την ασφάλεια στον αιματοβαμμένο βωμό τής ταχύτητας. Η θέση τού αναγνώστη ομοιάζει με την θέση τού οδηγού: και στους δύο παραδίδεται ένα πολύτιμο εργαλείο, χωρίς να υπάρχει, ωστόσο, από πουθενά η υπεύθυνη και σοβαρή διαβεβαίωση ότι όντως γνωρίζουν επαρκώς πώς να το χρησιμοποιήσουν προς όφελός τους. Εάν με περισσή αφέλεια και αδικαιολόγητη ευπιστία υποχωρήσουμε έναντι των επιτακτικών κελευσμάτων τής ιδιοτέλειας των εμπόρων τής ψηφιακής τεχνολογίας, εάν δεν τιθασεύσουμε τα διαδικτυακά και επικοινωνιακά πάθη μας και δεν επιστρατεύσουμε την ήρεμη και σωσίβια λογική μας, τα παιδιά μας σύντομα θα πιστέψουν ότι αποτελέσαμε κομμάτι κάποιας εικονικής πραγματικότητας, ενώ τα εγγόνια μας οπωσδήποτε θα θεωρούν τους εαυτούς τους ως τους πρώτους ανθρώπους επί γης. Και δεν μπορώ να γνωρίζω εάν θα βρεθεί τότε κάποιος γιά να θυμηθεί τον Ευριπίδη, ο οποίος δίδασκε ότι «είναι τρισευτυχισμένος εκείνος που έχει διδαχθεί Ιστορία», επειδή πάντοτε υπάρχει η πιθανότητα να έχουν «χαθεί» ή «τροποποιηθεί» τα έργα των Ελλήνων Κλασικών.

Ίσως η ακόλουθη άποψη να ακούγεται ως υπερβολή, αλλά παρατίθεται εδώ χάριν σοβαρού προβληματισμού: σε μερικές δεκαετίες, πολιτισμικά καταξιωμένες και ιστορικά αναγνωρίσιμες θα θεωρούνται εκείνες οι κοινωνίες, οι οποίες θα έχουν κατορθώσει να διατηρήσουν ζωντανό, άρα «χειροπιαστό», τον έντυπο λόγο τους, τα βιβλία, τα συγγράμματα, τις εφημερίδες, ακόμη και τα τετράδιά τους, οι κοινωνίες που θα διαθέτουν έντυπα «αρχεία», οφθαλμοφανείς «πηγές» και στέρεες «ρίζες», ακλόνητα τεκμήρια και ευσταθή θεμέλια, επάνω στα οποία θα δύνανται, αλλά και θα δικαιούνται, να συνεχίσουν να οικοδομούν το μέλλον τους.

Η ακόλουθη συμβολική διδασκαλία τής Ελληνικής Μυθολογίας παραμένει πάντοτε επίκαιρη: ο Ζευς, πατέρας Θεών και Ανθρώπων, επιθυμώντας να διατηρήσει την αρμονική συνέχεια τού Κόσμου, δεν θανάτωσε, αλλά τιμώρησε με μόνιμη χωλότητα τον Ήφαιστο, τον κυρίαρχο τής τεχνολογίας…

 .

.

.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: