h1

92 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

28/03/2011

 

 

Αφιέρωμα του Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων
σε συνεργασία με το Μουσείο του Μακεδονικού Αγώνα
για τα 92 χρόνια από την έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα.

Ο Μακεδονικός Αγώνας υπήρξε ένας κρίκος στην αλυσίδα των εξεγέρσεων για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Αποτελεί μια από τις πιο ένδοξες σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, γραμμένη με μαρτύρων αίμα, ηρωισμούς και ολοκαυτώματα. Αν και οι πρωταγωνιστές του προέρχονται από όλον τον Ελληνισμό, ωστόσο το κύριο βάρος του Αγώνα το σήκωσε ο ντόπιος πληθυσμός της Μακεδονίας.
Ο Αγώνας για την απελευθέρωση της Μακεδονίας από την οθωμανική κυριαρχία άρχισε το 1821 ταυτόχρονα με την επανάσταση στη νότια Ελλάδα, αλλά δεν είχε αίσιο τέλος. Το ίδιο τέλος είχαν και οι επόμενες προσπάθειες απελευθέρωσης του 1854, του 1877-1878 και του 1896. Ο κίνδυνος για να χαθεί η Μακεδονία γινόταν ολοένα και μεγαλύτερος αφού αυξανόταν συνεχώς η βουλγαρική απειλή.

Ο Ελληνοβουλγαρικός ανταγωνισμός.
Το 1870 ήδη ο βουλγαρικός εθνικισμός είχε γίνει αποφασιστικός παράγοντας για τις εξελίξεις στη Μακεδονία, αφού εκείνη τη χρονιά ιδρύθηκε η βουλγαρική εκκλησία, η γνωστή Εξαρχία. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1878, με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, δημιουργείται με την υποστήριξη της Ρωσίας ένα ανεξάρτητο βουλγαρικό κράτος που περιλάμβανε ολόκληρη τη Μακεδονία, εκτός από την πόλη της Θεσσαλονίκης και τη Χαλκιδική. Αν και μερικούς μήνες αργότερα οι όροι της συνθήκης μεταβλήθηκαν και η Μακεδονία παρέμεινε υπό οθωμανική κυριαρχία, ωστόσο η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου δεν έπαυε να κεντρίζει τις επεκτατικές βλέψεις του νεοσύστατου βουλγαρικού κράτους. Μετά το 1870 αναπτύχθηκε έντονος ελληνοβουλγαρικός ανταγωνισμός στη Μακεδονία με την ίδρυση νέων σχολείων και φιλεκπαιδευτικών σωματείων. Όμως η βουλγαρική προπαγάνδα δυσκολευόταν να βρει πρόσφορο έδαφος.
Στη δεκαετία του 1890, οι βουλγαρικές προσπάθειες οργανώθηκαν σε νέες βάσεις. Το 1893 συστήθηκε στη Θεσσαλονίκη η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση, ενώ στη Σόφια επιτροπές ανέλαβαν τη χρηματοδότηση, τον εξοπλισμό και την αποστολή ενόπλων σωμάτων με σκοπό τον βίαιο προσηλυτισμό του πληθυσμού της Μακεδονίας στην Εξαρχία και την εμφύσηση βουλγαρικής εθνικής συνείδησης.

Τις προσπάθειες συντόνιζε το «Ανώτατο Μακεδονικό Κομιτάτο», το οποίο ιδρύθηκε το 1895. Ιδιαίτερα μετά την αποτυχημένη ελληνική επαναστατική δραστηριότητα του 1896 και τη συντριβή της Ελλάδας στον πόλεμο του 1897, το έδαφος στη Μακεδονία ήταν ιδιαίτερα πρόσφορο για βουλγαρικά εγχειρήματα.
Ενώ η βουλγαρική ένοπλη διείσδυση κλιμακωνόταν, η ελληνική αντίδραση άρχισε σταδιακά να εκδηλώνεται τόσο στο ελληνικό κράτος, όσο και στη Μακεδονία. Η τοποθέτηση νέων και δραστήριων ιεραρχών στις μακεδονικές μητροπόλεις, με προεξέχουσα φυσιογνωμία το Γερμανό Καραβαγγέλη στην Καστοριά, ήταν το πρώτο αποφασιστικό βήμα. Ο διορισμός του Ίωνα Δραγούμη ως υποπροξένου στο Μοναστήρι (Νοέμβριος 1902) έπαιξε επίσης καθοριστικό ρόλο στην οργάνωση του ελληνικού ένοπλου κινήματος και στην εξύψωση του φρονήματος.
Ετσι, σύντομα ακολούθησε η συγκρότηση των πρώτων εντοπίων σωμάτων με πρωταγωνιστές τον Κώττα, τον Νταλίπη, τον Κύρου κ.α. Αλλά και στην Αθήνα οι μακεδονικοί σύλλογοι πλήθαιναν και ενέτειναν τις προσπάθειές τους για τη στρατολόγηση εθελοντών, κυριως Κρητικών, αποφασισμένων να πολεμήσουν για τη Μακεδονία.

Η εξέγερση του Ίλιντεν.
Το 1903 οι βουλγαρικές δραστηριότητες έφτασαν στο απόγειο τους. Μετά από εκτεταμένες δολιοφθορές όλη την άνοιξη, το καλοκαίρι, τη μέρα του προφήτη Ηλία, ξέσπασε στη Δυτική Μακεδονία επαναστατικό βουλγαρικό κίνημα, γνωστό ως εξέγερση του Ιλιντεν. Στόχος των επαναστατών ήταν να προκαλέσουν την ευαισθησία της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης και την παρέμβαση των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων για να εξαναγκάσουν την Τουρκία να δεχθεί λύση που θα εξυπηρετούσε τα σχέδιά τους.
Το επαναστατικό αίτημα για «ανεξαρτησία» της Μακεδονίας ήταν εμφανώς πολιτικό τέχνασμα, το οποίο θα διευκόλυνε τη μελλοντική ενσωμάτωση της Μακεδονίας στη Βουλγαρική Ηγεμονία, όπως είχε συμβεί το 1885 με την Ανατολική Ρωμυλία. Μετά απο μερικές σύντομες επιτυχίες τα βουλγαρικά σώματα αποσύρθηκαν αφήνοντας τον ελληνικό πληθυσμό απροστάτευτο στα φοβερά αντίποινα του τουρκικού στρατού.

Τα γεγονότα αυτά και η συνακόλουθη διεθνοποίηση του Μακεδονικού Ζητήματος επιτάχυναν τις εξελίξεις στην Αθήνα. Τον Μαϊο του 1904 ιδρύθηκε απο το Δημήτριο Καλαποθάκη το «Μακεδονικό Κομιτάτο». Την ίδια χρονιά τοποθετήθηκε Γενικός Πρόξενος στη Θεσσαλονίκη ο Λάμπρος Κορομηλάς, ο οποίος ανέλαβε δραστήριες πρωτοβουλίες. Αξιωματικοί του ελληνικού στρατού άρχισαν να διεξάγουν επιτόπιες έρευνες για την εκτίμηση της κατάστασης και τις προοπτικές δράσης.
Τον Αύγουστο του 1904 πέρασε στη Μακεδονία ο Παύλος Μελάς με το ένοπλο σώμα του. Παρά τις αντίξοες συνθήκες, ο νεαρός ανθυπολοχαγός επιδόθηκε με αποφασιστικότητα στη στήριξη του φρονήματος των Ελλήνων, την οργάνωση του ένοπλου αγώνα και την εξουδετέρωση των αντιπάλων πυρήνων. Στάθηκε όμως, άυχος, γιατί μετά απο μερικές εβδομάδες παγιδεύτηκε απο τον τουρκικό στρατό στο χωριό Σιάτιστα και στη συμπλοκή που ακολούθησε έπεσε μαχόμενος. Ο θάνατος του Μελά συγκλόνισε τον Ελληνισμό και αναμφίβολα πρόσφερε περισσότερα στον Αγώνα από ότι η βραχύχρονη δράση του στη Μακεδονία.
Ο αγώνας των αμάχων.
Αν και συνήθως η ένοπλη συμμετοχή σε κάθε αγώνα υπερεκτιμάται, ωστόσο στην περίπτωση του Μακεδονικού Αγώνα πρέπει να τονιστεί ότι η συμμετοχή των αμάχων ήταν, αν όχι πολυτιμότερη, τουλάχιστον ίσης σημασίας με αυτήν των ενόπλων αγωνιστών. Και αυτό γιατί η ενεργή συμμετοχή του πληθυσμού, όχι μόνον εξασφάλισε την επιτυχία των σωμάτων, αλλά και πιστοποίησε τη θέληση της συντριπτικής πλειοψηφίας να παραμείνει πιστή στον Ελληνισμό και το Πατριαρχείο.
Μαζικά συλλαλητήρια στα αστικά κέντρα τόνιζαν συχνά τον αποτροπιασμό της ελληνικής κοινής γνώμης για τις βουλγαρικές ενέργειες και την απόφαση του ελληνικού στοιχείου να εναντιωθεί δραστικά σε τετελεσμένα γεγονότα. Προς παράλληλη κατεύθυνση εργάστηκαν οι εκπαιδευτικοί και οι φιλανθρωπικοί σύλλογοι. Μέσα από τη βελτίωση των εκπαιδευτικών και κοινωνικών υπηρεσιών στόχευαν στην ανόρθωση του φρονήματος, αλλά και του βιοτικού επιπέδου του καταπονημένου και οικονομικά εξουθενωμένου από τη φορολογία αγροτικού πληθυσμού. Οι κληρικοί, όπως και οι δημογέροντες, από τη δική τους πλευρά, έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στη σύμπηξη ισχυρών και αποφασισμένων ελληνικών κοινοτήτων, ρόλο που συχνά πλήρωσαν με τη ζωή τους.
Βέβαια, μία μερίδα των αμάχων προχώρησε σε πιο αποφασιστικές μορφές δράσης. Μετέτρεψαν τα σπίτια τους σε νοσοκομεία τραυματιών, καταφύγια ενόπλων και αποθήκες οπλισμού. Πρόσφεραν χρήματα και πληροφορίες. Σύστησαν κατασκοπευτικά δίκτυα, οεργανώσεις και μυστικές εταιρείες. Το πιο λαμπρό παράδειγμα αποτέλεσε στα 1906 η περίφημη «Οργάνωση Θεσσαλονίκης», έργο του ανθυπολοχαγού Νικόλαου Σουλιώτη, ο οποίος με τη συνδρομή επώνυμων και ανώνυμων Θεσσαλονικέων, ανθρώπων κάθε τάξεως και επαγγέλματος, κατόρθωσε να προαγάγει την εθνική άμυνα στη Θεσσαλονίκη και ν’ αναχαιτίσει τη βουλγαρική διείσδυση.

Οι συγκρούσεις των σωμάτων.
Παρά την τεράστια συμβολή των αμάχων, ο Μακεδονικός Αγώνας θα μείνει στη μνήμη των περισσοτέρων ως ένας ανορθόδοξος πόλεμος ελληνικών και βουλγαρικών ενόπλων σωμάτων μέσα στην τουρκική επικράτεια. Σκοπός των ελληνικών σωμάτων ήταν να περιφρουρήσουν το εθνικό φρόνημα των χωριών, ν’ αποκαταστήσουν την τάξη σε όσα χωριά είχαν σημειωθεί αποσκιρτήσεις μετά από πιέσεις των αντιπάλων, να εξουδετερλώσουν τις ένοπλες ομάδες και να περιορίσουν τη δράση των ληστρικών σωμάτων, τα οποία κινούνταν μεταξύ παρανομίας και εθνικού αγώνα, ταλαιπωρώντας τους αγροτικούς πληθυσμούς.
Σύντομα σε ενίσχυση των εντοπίων σωμάτων και πολιτοφυλακών έσπευσαν πολεμιστές, ιδιώτες ή στρατιωτικοί από το ελληνικό κράτος και από την Κρήτη. Παρά τον διμέτωπο αγώνα, εναντίον των Βουλγάρων και των Τούρκων, τα ελληνικά σώμνατα κατόρθωσαν σταδιακά να περιορίσουν τα βουλγαρικά ερείσματα και ν’ αποκαταστήσουν την εθνολογική ισορροπία.
Ιδιαίτερα σκληρός ήταν ο αγώνας στην ελώδη λίμνη των Γιανιτσών, σημείο στρατηγικής σημασίας για τον έλεγχο των οδικών αρτηριών, με πρωταγωνιστές τους καπεταναίους Αγρα, Δεμέστιχα και Γκόνο. Βέβαια, το σημαντικότερο θέατρο επιχειρήσεων υπήρξαν τα υψίπεδα της δυτικής Μακεδονίας όπου έλαβαν χώρα πολυάριθμες και φονικότατες μάχες για την τελική επικράτηση σε διαφιλονικούμενα σλαβόφωνα χωριά.
Η αποδυνάμωση των βουλγαρικών σωμάτων συνδέεται σαφώς με τη βαθμιαία εγκατάλειψή τους από τους εντόπιους οπλαρχηγούς από τη στιγμή που οι Ελληνες ανέλαβαν την πρωτοβουλία των κινήσεων. Αλλωστε, από το 1906 και εξής ο τουρκικός στρατός ανέλαβε σημαντικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και περιόρισε αισθητά τη δράση των ενόπλων ομάδων, ελληνικών και βουλγαρικών. Πάντως κατά τη διετία 1907-1908 τα ελληνικά σώματα είχαν κερδίσει σημαντικό έδαφος σε όλη την έκταση της Μακεδονίας και είχαν διασφαλίσει είτε την παραμονή, είτε την επανασύνδεση με το Πατριαρχείο πολυάριθμων ελληνικών κοινοτήτων. Αντίθετα οι Βούλγαροι περιορίστηκαν σε σπασμωδικές πράξεις αντιποίνων, όπως αυτή της δολοφονίας του διερμηνέα του ελληνικού προξενείου Θεσσαλονίκης, Θεόδωρου Ασκητή.

Η δικαίωση.
Το κίνημα των Νεοτούρκων για απόδοση Συντάγματος, το οποίο επικράτησε το καλοκαίρι του 1908, άλλαξε εντελώς τη ροή των γεγονότων. Τα κηρύγματα για ισονομία και ισοπολιτεία έπεισαν Έλληνες και Βούλγαρους ν’ αναστείλουν τις συγκρούσεις να προχωρήσουν σε μια τυπική συναδέλφωση και να παρακολουθήσουν τις πολιτικές εξελίξεις.
Όμως οι εξελίξεις έμελε σύντομα να διαψεύσουν κάθε προσδοκία. Η πολιτική των Νεοτούρκων στα εθνικά θέματα ελάχιστα διέφερε από την αντίστοιχη σουλτανική, τουλάχιστον προς το καλύτερο. Αρκετοί αγωνιστές που είχαν καταθέσει τα όπλα δολοφονήθηκαν από τις τουρκικές αρχές. Οι ελληνοβουλγαρικές συγκρούσεις επαναλήφθηκαν, σε μικρότερη βέβαια κλίμακα, και οι προσπάθειες για μια ουσιαστική μεταρρύθμιση στη Μακεδονία ναυάγησαν, παρά τις πιέσεις των ενδιαφερομένων κρατών, βαλκανικών και ευρωπαϊκών.
Τα γεγονότα αυτά επιτάχυναν τη σύναψη συμμαχίας των βαλκανικών κρατών, τα οποία διαδοχικά, το φθινόπωρο του 1912, κήρυξαν τον πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο ελληνικός στρατός κατάφερε γρήγορα να διασπάσει τη μεθοριακή γραμμή. Με τη συνδρομή σωμάτων μακεδονομάχων-προσκόπων προέλασε στη μακεδονική ενδοχώρα και σύντομα κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη.
Όμως οι παλιές διαφορές Ελλήνων, Βουλγάρων και Σέρβων δεν μπορούσαν να λυθούν παρά μόνο με τα όπλα. Μετά από επανειλημμένα μεθοριακά επεισόδια, Ελλάδα και Σερβία βρέθηκαν αντιμέτωπες με την πρώην σύμμαχο Βουλγαρία σ’ ένα σύντομο αλλά εξαιρετικά αιματηρό πόλεμο. Τα ελληνικά στρατεύματα υπό την ηγεσία του βασιλέα Κωνσταντίνου Α’, μετά από σειρά σκληρών μαχών, ελευθέρωσαν την ανατολική Μακεδονία. Τελικά, με τη μεσολάβηση της Ρουμανίας, οι εμπόλεμες χώρες οδηγήθηκαν σε διαπραγματεύσεις οι οποίες κατέληξαν στη Συνθήκη του Βουκουρεστίου. Χάρη στη δραστηριότητα του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος ως Πρωθυπουργός ηγήθηκε της ελληνικής αντιπροσωπείας, στην Ελλάδα επιδικάστηκε το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας, ενώ τα βόρεια εδάφη μοιράστηκαν οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι.

Βοηθητική πηγή: www.e-istoria.com

,

,

Συντομευμένος σύνδεσμος :   http://wp.me/p12k4g-JA

,

,

 

.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: